Απλά ένα διήγημα «Ο απεσταλμένος»

Δολοφόνοι, φανατικοί, πλούσιοι και αυλικοί. Η χειρότερη λέρα της κοινωνίας. Και αυτός. Τι δουλειά είχε σε αυτό το μέρος που να πάρει ο διάολος; Τι δουλειά είχε ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους; Απεσταλμένος στην είσοδο της κόλασης με μοναδικό όπλο τη γαμημένη ανάγκη. Τα πόδια του κολλημένα στη λάσπη των φαινομενικά καθαρών δρόμων. Να περπατάει σαν σε εφιάλτη στην πολύβουη τούτη πόλη. Μαγαζιά κάθε είδους δεξιά και αριστερά του. Άνθρωποι να ψωνίζουν, να πίνουν καφέ, να γελάνε και να ερωτοτροπούν. Μα κανείς δεν ξέρει τι γίνεται έξω από τα όρια αυτού του μέρους; Κανείς δεν νοιάζεται; Το γαλάζιο πουκάμισο που φόραγε, αν και αναδείκνυε το νεαρό της ηλικίας του, δεν ταίριαζε με την υγρασία αυτής της πόλης. Ήταν και σε μεγάλη αντίθεση με το χακί των στρατιωτικών που τον συνόδευαν. Και όμως κανείς στο δρόμο δεν φαινόταν να το προσέχει. Ήταν όλοι πολύ απασχολημένοι για να μπορέσουν να δουν τους άστεγους που πέθαιναν στις γωνίες ή τα ξυπόλυτα παιδιά που ικέτευαν για λίγο φαί. Ήταν επιλεκτικά τυφλοί για να παρατηρήσουν έναν ξένο, απελπισμένο άντρα, με γαλάζιο πουκάμισο και πόδια κολλημένα στη βρώμα του κόσμου που τροφοδοτούσαν.

Το παλάτι φαινόταν αρκετά παλιό. Παλιό μα πλούσια επιβλητικό. Δέος για την τέσσερα επί πέντε επίχρυση πύλη του. Δέος για τις τεράστιες σκαλιστές κολώνες του προθαλάμου. Δέος για τον άντρα που θα συναντούσε σε ένα από τα εκατοντάδες, πανάκριβα επενδυμένα δωμάτια του κάστρου. Δέος για να νιώθεις δέος. Ακριβοπληρωμένο και στημένο πάνω σε σωρούς πτωμάτων και σκληρής δουλείας. Και όταν το δέος καταλαγιάσει τι μένει; Μίσος. Και φθόνος. Για αυτό το καταραμένο μέρος και όλα όσα αντιπροσώπευε. Και μίσος μαζί με φθόνο είναι κακός συνδυασμός.

Περίμενε στον προθάλαμο τουλάχιστον μισή ώρα. Οι στρατιωτικοί, που τον άφησαν εκεί, του είχαν ευγενικά ζητήσει να μην μετακινηθεί ούτε χιλιοστό από την καρέκλα που του υπέδειξαν μέχρι να έρθει κάποιος να τον πάρει. Και με ένα ακόμα πιο ευγενικό νεύμα του έδειξαν τις κάμερες που θα παρακολουθούσαν την κάθε του κίνηση. Η πόρτα που ένωνε το συγκεκριμένο δωμάτιο με το υπόλοιπο παλάτι άνοιξε με έναν ανατριχιαστικό θόρυβο. Πρώτα ξεπρόβαλε το κεφάλι του. Πρώτο αυτό, μιας και η τεράστια καμπούρα που είχε αναπτύξει έβαζε το κεφάλι τουλάχιστον μισό μέτρο μπροστά από το υπόλοιπο σώμα. Είχε λιγδιασμένα μακριά μαλλιά που έκρυβαν τα περισσότερα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Μαύρο παντελόνι και μαύρο πουκάμισο. Δάχτυλα πλεγμένα μπροστά από το στήθος σε μια ένδειξη συνεχούς σκέψης. Αλλά το πιο περίεργο από όλα ήταν το στόμα του. Όχι ότι είχε κάτι διαφορετικό ή κάτι περίεργο. Ήταν ο τρόπος που έγλειφε συνεχώς τα χείλη του με μια κατακόκκινη μακριά γλώσσα. Ένας άνθρωπος που έμοιαζε περισσότερο με φίδι. Ένας άνθρωπος με σιγανή, τσιριχτή φωνή. Γνώριμος από κάπου. Ένα κίτρινο υγρό απείλησε να γεμίσει τον οισοφάγο του αλλά το κατέπνιξε απότομα. Περισσότερο από φόβο παρά από ευγένεια. Και λίγο ζήλια που η δικιά του γλώσσα μπορούσε να βγει ελάχιστα έξω από τα δόντια του.

«Καλησπέρα σας. Ο κύριός μου σας περιμένει. Παρακαλώ αν έχετε την καλοσύνη να με ακολουθήσετε».

Το ερπετό μπροστά. Ο άνθρωπος με τα λασπωμένα παπούτσια ακριβώς από πίσω του.

Το δωμάτιο που τον έβαλε ο λιγδιασμένος ακόλουθος έμοιαζε βγαλμένο από μια άλλη εποχή. Θυρεοί με τη σημαία της χώρας. Σπαθιά και ασπίδες κρεμασμένα στους τοίχους. Τόξα και βέλη. Μόνο το γραφείο μπροστά του φαινόταν να είναι φτιαγμένο τον τελευταίο αιώνα. Σε ένα τζάκι τρεμόπαιζε μια μικρή φωτιά. Και ο άντρας που καθόταν απέναντί του φαινόταν να αντανακλά αυτή τη φωτιά στα μάτια του.

«Καλησπέρα και καλωσορίσατε».

Μια προσποιητή, κοφτή ευγένεια ενός νέου άντρα με τεράστια δύναμη.

«Ευχαριστώ πολύ που με δεχτήκατε. Είναι τιμή μου…»

«Ας αφήσουμε τις τυπικότητες. Ξέρουμε και οι δυο το λόγο που βρίσκεστε εδώ. Ας συζητήσουμε λοιπόν αυτό γιατί δεν έχω και πολύ χρόνο στη διάθεση μου. Και έχω ακόμα λιγότερη ανοχή στη βαρεμάρα. Για αυτό και θα σας παρακαλέσω. Μη με κάνετε να βαρεθώ».

Η τεράστια δύναμη μπορεί να κάνει έναν άντρα χειρότερο και από λυσσασμένο σκύλο.  Φορούσε την ίδια στρατιωτική στολή με τους άντρες που τον μετέφεραν στο παλάτι. Δεν διέκρινε κάποιο επιπλέον χαρακτηριστικό. Μάλλον για να είναι ένα με τους υπόλοιπους. Μάλλον για να κάνει τους πάντες και τον εαυτό του ακόμα, να πιστέψουν ότι θα είναι μπροστά, σε κάθε μάχη, με τουφέκι και ασπίδα.

«Βεβαίως και έχετε δίκιο. Θα μπω λοιπόν κατευθείαν στο θέμα. Είμαι εδώ για να συζητήσουμε τους όρους για μια ειρηνευτική συμφωνία…»

«Τους όρους παράδοσης…»

Ένας κόμπος στον λαιμό.

«Τους όρους μιας ειρηνευτικής παράδοσης. Ο λαός μας δεν θέλει άλλο πόλεμο. Έχουμε τους πόρους να αντισταθούμε για μήνες. Για χρόνια. Ίσως και να στείλουμε τον στρατό σας πίσω στη θάλασσα. Αλλά δεν θέλουμε να πεθάνουν και άλλοι. Νομίζω και οι δύο πλευρές έχουν ήδη πολλούς λόγους να θρηνήσουν. Οπότε οι όροι μας είναι οι εξής».

«Οι όροι σας; Μάλλον δεν έχω γίνει ξεκάθαρος».

Άλλος ένας κόμπος. Και η ζυγαριά άρχισε να γέρνει προς τον πανικό.

«Δεν υπάρχουν όροι σας. Θα παραδοθείτε άνευ όρων. Ξέρω ότι το μόνο που έχετε ακόμα είναι λίγα πολεμοφόδια».

Σταμάτα άθλιε.

«Ο λαός σας λιγοστεύει και η πείνα επιδεικνύει την τρομακτική της δύναμη».

«Σας παρακαλώ».

«Και εγώ δεν θα ηρεμήσω. Τα θέλω όλα. Τις γυναίκες σας στο κρεβάτι μου. Τα παιδιά σας στον στρατό μου. Τους γέρους σας στην υπηρεσία μου και τους αρχηγούς σας στα μπουντρούμια της πόλης μου».

«Μπορούμε να βρούμε λύσεις. Σας παρακαλώ». Λυγμός ήταν η τελευταία λέξη;

«Αλλιώς, αλλιώς θα πεθάνετε όλοι. Θα βομβαρδίζω τη χώρα σας πρωί-βράδυ. Γιατί μπορώ. Μέχρι να τη δω να καίγεται ολοσχερώς. Μέχρι και ο τελευταίος από τη σιχαμένη φυλή σας να κείτεται νεκρός στα πόδια μου».

Το έβλεπε καθαρά στα πύρινα μάτια του ότι δεν ήταν λόγια. Έβλεπε τη φωτιά που απειλούσε να τον τυλίξει. Ένιωσε τα μάτια του να τσούζουν από δάκρυα και τα γόνατά του να λυγίζουν αυτόβουλα. Ένιωσε επιπλέον χρόνια να βαραίνουν την ως τώρα νεανική πλάτη του. Ένας κουρασμένος άνθρωπος που γονατίζει μπροστά στον αφέντη του. Έγλυψε νευρικά τα χείλη του.  Όσο έφτανε. Ένας άνθρωπος που φοβάται τη φωτιά. Ένας άνθρωπος που δεν μπορούσε να φωνάξει «παραδίνομαι» μόνο και μόνο γιατί δεν υπήρχε άλλη δύναμη μέσα του. Την είχε στραγγίξει η γνώση της επικείμενης σκλαβιάς.

Η πόρτα άνοιξε με έναν ήχο σαν ξύλα που φτύνουν σπίθες κόντρα στον άνεμο. Ο άντρας ήταν γονατιστός αλλά ο δυνάστης του σταμάτησε απότομα. Ο ακόλουθος μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Ο ίδιος αλλά συγχρόνως κάποιος τελείως διαφορετικός. Μέσα από τα θολά, από τα γεμάτα δάκρυα μάτια του, είδε έναν καλογυμνασμένο, ευθυτενή νέο να έρχεται προς το μέρος του. Περιποιημένος, με μαλλί καθαρό, πλεγμένο σε μια όμορφη κοτσίδα. Οι μυς του να διαγράφονται στα υπέροχα στενά ρούχα του. Ακόμα πιο γνώριμος. Ακόμα και τα χείλη, που φαινόταν να έχουν ενωθεί τελικά με τη γλώσσα του και είχαν φουσκώσει σε ένα μόνιμο, κατακόκκινο, ειρωνικό φιλί.

«Ο κύριος είναι απεσταλμένος και όχι παιχνίδι».

Δύο κοφτά λόγια και ο άντρας με τις φλόγες έκατσε απότομα στη θέση του.

«Παρακαλώ κύριε. Σας περιμένουν».

Άνοιξε μια άλλη πόρτα και έκανε νεύμα στον γονατιστό άντρα να τον ακολουθήσει. Εκείνος σηκώθηκε κοιτάζοντας μία τον έναν και μία τον άλλον με ένα μίγμα απορίας και φόβου. Αργά έσυρε τα πόδια του περιμένοντας σε κάθε βήμα να νιώσει φωτιά να γλύφει το σβέρκο του. Η φωτιά όμως δεν ήρθε. Και σε λίγα δευτερόλεπτα το μόνο που απόμεινε ήταν το προκλητικό περπάτημα του ανθρώπου που ακολουθούσε.

Μια ζαλάδα, ένα αίσθημα εμετού και ένας αποπροσανατολισμός. Αυτά ανακάλυψε ότι σου δημιουργούν ένα ροζ δωμάτιο με έντονα αρώματα. Παντού λουλούδια. Κεντητά υφάσματα και πίνακες με ημίγυμνους ανθρώπους σε λάγνες πόζες κρέμονταν από τους τοίχους. Μια τέλεια κούκλα, σε μέγεθος κανονικού ανθρώπου, καθόταν σε ένα γραφείο. Μια κούκλα με ξανθά μαλλιά. Με ροζ χείλια. Με ένα μεγάλο στήθος να ξεπροβάλει προκλητικά κάτω από το ημιδιάφανο φανελάκι της. Μια κούκλα που ανέπνεε.

«Καλησπέρα σας. Συγνώμη για την ταλαιπωρία. Ήταν ένα μη αναμενόμενο λάθος. Θα φροντίσω όμως η υπόλοιπη διαμονή σας να είναι όσο το δυνατόν πιο ευχάριστη».

Τα μάτια του είχαν στεγνώσει και έβλεπε με θαυμασμό το υπέροχο, σχεδόν πλαστικό, πλάσμα που υπήρχε μπροστά του.

«Ευχαριστώ πολύ. Η αλήθεια είναι ότι παραλίγο να χάσω την ψυχραιμία μου εκεί μέσα. Παραλίγο να γίνω και εγώ επιθετικός. Κι όμως έχω έρθει με την καλύτερη διάθεση. Για εμάς και για τους λαούς μας βεβαίως».

Τα μάγουλά του βάφτηκαν στο χρώμα του δωματίου. Εκείνη του έκλεισε ελαφρά το μάτι και μισάνοιξε τα υγρά, φουσκωμένα, χείλια της. Ένιωσε ένα σφίξιμο στον καβάλο του. Μια αισθησιακή φωνή πλημμύρησε το είναι του κάνοντας το σφίξιμο ακόμα πιο έντονο.

«Μα δεν υπάρχει κανένας λόγος να γίνεται επιθετικός. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Αν με καταλαβαίνετε! Όμως πρώτα η δουλειά και μετά η απόλαυση».

«Ναι. Βεβαίως». Τρέμουλο στη φωνή του. Ο φόβος ξεχασμένος. Σχεδόν και η αποστολή του. «Έχω έρθει να συζητήσουμε τους καλύτερους όρους για να τελειώσει αυτός ο πόλεμος».

«Μα το ξέρω. Και εγώ είμαι εδώ για να σας ακούσω και να βρούμε την καλύτερη συνθήκη. Άλλωστε, το μοναδικό που θέλουμε εμείς είναι να υπάρχει ομορφιά».

«Ναι. Δηλαδή, σίγουρα. Και η χώρα μας έχει τις ομορφιές της και…».

«Η ομορφιά είναι μία. Και όπως βλέπετε εδώ έχουμε ένα υπέροχο τρόπο να τη δημιουργούμε και να τη συντηρούμε. Το μόνο που θέλουμε από εσάς είναι να κάνετε το ίδιο. Είναι τόσο απλό».

Έτεινε το στήθος της προς το μέρος του, κίνηση που έκανε τις ρώγες της να φανούν ολοκάθαρα. Μικροί αναστεναγμοί και ο αντρισμός του έφτασε στα όρια του παροξυσμού.

«Δεν νομίζω ότι οι απαιτήσεις σας είναι υπερβολικές όμορφη κυρία μου».

«Ίσως. Αλλά θέλω να καταλάβετε. Η ομορφιά που ζητάμε είναι συγκεκριμένη και ασυμβίβαστη. Όποιος δεν προσαρμοστεί σε αυτά τα ιδεώδη θα θανατώνεται το δίχως άλλο».

«Βεβαίως. Ακούγεται απόλυτα λογικό». Σκέφτηκε για λίγο τη σεμνότητα που οικιοποιούντουσαν οι γυναίκες στη δικιά του χώρα. Εκεί η ομορφιά επικεντρωνόταν στα μάτια και τη σκέψη. Και στα δίδυμα βουνά που κρύβανε τη δύση. Όμορφα σαν αυτά που είχε τώρα απέναντι του.

«Θα πρέπει να χορηγηθούν φάρμακα για να καλύψουμε κάθε μικρή ατέλεια».

«Βεβαίως. Όμορφη».

«Θα πρέπει το χρώμα που θα επικρατεί να είναι το ροζ σε κάποιους συνδυασμούς με άλλα έντονα χρώματα που αναζωογονούν τις αισθήσεις».

«Λογικό. Θεέ μου».

«Και θα πρέπει όλοι, άντρες και γυναίκες, να ντύνονται με την τελευταία λέξη της μόδας. Κομψά αλλά επιδεικνύοντας την ομορφιά τους. Και βεβαίως, την καύλα τους».

«Εννοείται. Ειδικά αυτό εννοείται».

Τον πλησίασε πάνω από το γραφείο απειλώντας να τον κάψει με την ανάσα της. Για μια στιγμή μόνο πρόλαβε να δει ότι από κάτω φορούσε μόνο ένα λευκό, δαντελωτό εσώρουχο. Ένας μεσήλικας έρμαιο μιας λολίτας. Κόντεψε να την αρπάξει από τα μαλλιά. Να τη γαμήσει βίαια πάνω στο γραφείο, στο κέντρο του ροζ δωματίου.

«Και κάτι ακόμα. Όποιο παιδί γεννηθεί με κάποιο εξωτερικό πρόβλημα που δεν χαίρει διόρθωσης, θα πρέπει να θανατωθεί επιτόπου».

Η τελευταία πρόταση έπεσε σαν σφαλιάρα στο αναψοκοκκινισμένο του πρόσωπο. Πήγε να αντιδράσει. Να φτύσει από τα σωθικά του την απανθρωπιά που ένιωσε. Να σκεφτεί μια στιγμή τι ακριβώς του ζητούσε. Και τον τύλιξε η ζέστη του φιλιού της. Και ξέχασε τα πάντα καθώς ψηλάφισε το ψεύτικο της στήθος. Ένα βογκητό να ανταποκριθεί στο άγγιγμα. Κομμένη ανάσα και παραλίγο να τελειώσει στο παντελόνι του. Τι ωραία που είναι η ειρήνη!

«Ο θεός σας κοιτάζει. Καλό θα ήταν να νιώθατε το βλέμμα του».

Πότε άνοιξε η πόρτα; Η γυναίκα μαζεύτηκε, σαν τρομαγμένο γατάκι, πίσω στη θέση της. Εκείνος έμεινε με ένα ύφος απογοήτευσης έτοιμος να γρονθοκοπήσει οποιονδήποτε τόλμησε να διακόψει αυτή τη μεγαλειώδη συμφωνία. Γύρισε και κοίταξε τον άνθρωπο που γλίστρησε αθόρυβα μέσα στο δωμάτιο. Ήταν πάλι ο ίδιος. Ο ανυπόφορα γνώριμος. Ο ακόλουθος που τον μετέφερε από δωμάτιο σε δωμάτιο. Μόνο που και πάλι δεν ήταν ακριβώς αυτός. Τώρα φορούσε κάτι σαν ράσο που κάλυπτε ολόκληρο το σώμα του. Δερμάτινα φθαρμένα σανδάλια και κουκούλα συμπλήρωναν την αμφίεσή του. Λιτός με αυστηρό βλέμμα και σκληρή φωνή.

«Συγνώμη που καθυστέρησα κύριε. Όμως όλοι κρινόμαστε στα μάτια του θεού. Ο καθένας για τα δικά του λάθη. Παρακαλώ ακολουθήστε με».

Πήγε να αντιδράσει. Να ζητήσει εξηγήσεις. Και ίσως την ευκαιρία να μείνει ακόμα λίγο σε αυτό το δωμάτιο. Όμως τα πόδια του κινήθηκαν από μόνα τους. Με μάτια κολλημένα στα βυζιά που άφηνε πίσω του και πόδια να ακολουθούν τον περίεργο θεοσεβούμενο. Και με μια σκληρή ηδονή να πάλλεται ανάμεσα στα πόδια του.

Ο σύντροφός του στην εξερεύνηση του κάστρου, έφυγε όσο αθόρυβα είχε εμφανιστεί. Το καινούργιο δωμάτιο φάνταζε κελί από μοναστήρι. Σχεδόν άδειο. Με μια σκουρόχρωμη μπογιά, περασμένη αιώνες πριν και αμφιβόλου χρώματος μιας και η βρώμα και η πολυκαιρία είχαν κάνει επαρκώς τη δουλειά τους. Τέσσερις-πέντε σειρές από κεριά ήταν ο μοναδικός φωτισμός του χωρίς παράθυρα χώρου. Αλήθεια τι ώρα ήταν; Πόσες ώρες βρισκόταν εκεί μέσα; Ποιός είναι αυτός ο γερασμένος ρασοφόρος πίσω από το γραφείο;

«Γεια σας. Φαντάζομαι ότι πλέον έχω φτάσει στον προορισμό μου. Φαίνεστε ο θρησκευτικός ηγέτης αυτού του τόπου και δεν θα φανταζόμουν καλύτερο εκπρόσωπο…»

«Δεν είμαι θρησκευτικός ηγέτης. Είμαι ο εκπρόσωπος του ενός και μοναδικού θεού. Και καλά θα κάνεις να το θυμάσαι αυτό. Διότι η εξουσία μου έρχεται μέσω Αυτού».

Μαύρο φθαρμένο ράσο. Παλιό και βρώμικο. Σε πλήρη αντίθεση με το χρυσάφι που στόλιζε τον λαιμό του, κρυμμένο πίσω από τα μακριά γκρίζα γένια του. Ενικός για τον εκπρόσωπο, πληθυντικός για τον απεσταλμένο. Η θεϊκή δύναμη εκφράζεται με ποικίλους τρόπους.

«Καταλαβαίνω. Αλλά εγώ έχω έρθει να συζητήσω τους όρους για τη δημιουργία ειρήνης μεταξύ δυο αντιμαχόμενων χωρών».

«Δεν υπάρχουν όροι. Μόνο πίστη. Και δε δίνεται κανένα ελαφρυντικό στους ειδωλολάτρες».

Ειδωλολάτρες; Σύμφωνα με ποιόν;

«Ήρθες λοιπόν για να συζητήσουμε την ειρήνη. Και με χαρά θα σου απαντήσω ότι ο θεός μόνο την ειρήνη αναζητά. Και μόνο αυτή επιβάλλει. Δέξου την πίστη Του και θα βρεις τον δρόμο».

«Με τιμάτε μα θα πρέπει να αρνηθώ αυτή την προσφορά. Η πίστη μου είναι ισχυρή για τη θεότητα της χώρας μου».

Αστραπές στα μικρά του μαύρα μάτια. Τα δάχτυλά του να σφίγγουν το γραφείο με μίσος.

«Πρόσεχε τα λόγια και τις πράξεις σου σε αυτόν τον ιερό χώρο. Δεν υπάρχει άλλος θεός και μόνο μια τέτοια σκέψη είναι αρκετή για να νιώσεις φωτιά στο σώμα σου. Και πίστεψέ με. Έχω στείλει στην πυρά περισσότερους ανθρώπους από τις ρυτίδες του προσώπου σου».

Γαντζώθηκε στην καρέκλα του καθώς έβλεπε αυτόν τον άνθρωπο να φτύνει απειλές. Και τις πίστεψε όλες. Μπορούσε να δει ανθρώπους δεμένους σε πύρινες φλόγες. Να ακούσει τις κραυγές τους καθώς η σάρκα μετατρεπόταν σε στάχτη. Και η φωνή του ξέφτισε σαν το δέρμα τους που ενωνόταν με τη σκόνη του δρόμου.

«Σας παρακαλώ. Πάντα είχα τον ένα και μοναδικό θεό στη καρδιά μου. Απλά μεγάλωσα αλλού και έμαθα λάθος πράγματα. Αμάρτησα και εκλιπαρώ για συγχώρεση. Μόνο αυτό θέλω και μόνο αυτό ελπίζω».

Οι αστραπές έσβησαν στον ουρανό αλλά το σκληρό βλέμμα παρέμεινε καρφωμένο σε αυτόν που αναζητούσε λύτρωση.

«Είμαστε όλοι ίσοι στα μάτια Του. Άκουσέ με τέκνο μου. Ο πόλεμος τελείωσε δόξα στη χάρη Του. Το μόνο που απαιτεί είναι να γκρεμίσετε όλους τους βέβηλους ναούς σας και να στήσετε καινούργιους στο όνομά Του. Να σβήσετε τη λαγνεία και να επαναφέρετε την κοσμιότητα».

«Ναι πατέρα. Ο λόγος του θεού είναι και ο λόγος των παιδιών του».

«Να κηρύττετε την πίστη Του, το δρόμο της ειρήνης και της αγάπης».

«Μόνο το δρόμο του πραγματικού θεού».

«Και να ανάψετε φωτιές. Φωτιές που θα αγγίξουν τον ουρανό και θα στείλουν τις ψυχές των απίστων κατευθείαν στα χέρια Του. Γιατί αυτό είναι το μέλλον τους. Η αιώνια καταδίκη. Και για τους πιστούς, το κλειδί του παραδείσου».

Νόμιζε ότι είχε στερέψει από δάκρυα αλλά τα μάτια του τον βγάλανε ψεύτη. Τα γόνατά του ακούμπησαν για ακόμα μια φορά το πάτωμα και τα χέρια του έμειναν σταυρωμένα στην κρύα επιφάνεια του γραφείου. Ντρεπόταν να τον κοιτάξει. Αυτόν που του μάθαινε το δρόμο της αλήθειας. Ντρεπόταν για τη ζωή του ως τώρα. Για την πίστη που έδειξε σε ψεύτικα είδωλα. Για τους ανθρώπους που δεν έκαψε στο όνομά του.

«Συγχώρεσέ με πατέρα. Συγχώρεσέ με για τις αμαρτίες μου. Το μόνο που θα κάνω από εδώ και πέρα θα είναι να κηρύττω το λόγο Του. Να καταστρέφω είδωλα και όποιον πιστεύει σε αυτά. Να…»

Ένα χέρι τον έπιασε δυνατά από το μπράτσο. Ο ακόλουθος αντάλλασε σκληρές ματιές με τον εκπρόσωπο του ενός και μοναδικού θεού. Και πάλι ίδιος. Και πάλι διαφορετικός. Με κουστούμι και γραβάτα. Γυαλιά και καλογυαλισμένα παπούτσια.

«Υπάρχουν και άλλοι τρόποι να βρεθεί ο θεός. Σηκωθείτε κύριε και ακολουθήστε με. Στην ηλικία σας δεν χρειάζονται πλέον τέτοιες συγκινήσεις».

Σηκώθηκε. Με δάκρυα και γόνατα που έτριζαν. Και τον ακολούθησε χωρίς να κοιτάξει ούτε στιγμή πίσω του. Ήθελε να κλείσει την πόρτα στην πίστη. Μπας και ξορκίσει τον δαίμονα που ανακάλυψε πίσω από το όνομά Του.

Υπολογιστής πάνω σε δερμάτινο γραφείο. Πίνακες που έδιναν έμπνευση και κίνητρο. Ένα ελαφρύ μπεζ στους τοίχους κόντρα στον τεχνητό φωτισμό. Και ένας χοντρός άνθρωπος πίσω από τον υπολογιστή με ένα ακόμα πιο χοντρό πούρο να κρέμεται από τα παχιά του χείλη.

«Παρακαλώ καθίστε».

«Αφού σε λίγο θα έρθουν να με πάρουν».

«Νομίζω ότι φτάσατε στο τέλος κύριε. Καθίστε».

Επιφυλακτικά έκατσε απέναντι από τον χοντρό άνθρωπο με το κουστούμι. Μια μυρωδιά κολόνιας ανακατευόταν με εκείνη του πούρου και στη συνέχεια ανακάτεψε το στομάχι του. Έκανε εμετό ακριβώς στα δεξιά του. Πάνω στο ακριβό χαλί που κάλυπτε το πάτωμα.

«Αυτό ήταν ατυχές. Αλλά δεν πειράζει. Θα το καθαρίσει το ειδικό προσωπικό. Τώρα στη δουλειά μας. Πόσα δίνετε;»

«Πόσα δίνω γιατί; Να υποθέσω για να μη μας γδάρετε ζωντανούς;»

Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε κάτω από το μουστάκι του χοντρού.

«Δεν θα χρειαστεί αυτό κύριε. Θα το κάνετε από μόνοι σας. Όταν θα κλείσουν οι αγορές για τη μικρή χώρα σας. Όταν το νόμισμά σας θα ξεπέσει. Όταν δεν θα υπάρχουν ούτε πρώτες ύλες ούτε τρόφιμα. Τότε θα το κάνετε εσείς. Ο ένας στον άλλο».

Ήταν πολύ κουρασμένος. Όμως κατάφερε να δει ανθρώπους να αργοπεθαίνουν σαν σκουπίδια στις γωνίες. Παιδιά να ζητιανεύουν ξυπόλυτα. Ανθρώπους να παλεύουν έως θανάτου για ένα κομμάτι ψωμί. Και έσπασε. Γλίστρησε πάνω στα ίδια του τα ξερατά και κάρφωσε τα μάτια του στο πάτωμα. Και ούρλιαξε από απόγνωση.

«Ό,τι θέλετε. Θα πληρώσουμε ό,τι θέλετε. Και θα κάνουμε ό,τι θέλετε. Θα γίνουμε σκλάβοι. Θα γίνουμε όμορφοι. Και πιστοί σε ό,τι εσείς θελήσετε. Με όποιον τρόπο το θελήσετε. Μόνο αφήστε μας να ζήσουμε. Δώστε μας όποια ειρήνη θέλετε και αφήστε μας να αναπνεύσουμε άλλη μια μέρα».

Έπεσε στα πλάγια μη μπορώντας να κρατήσει το βάρος του κορμιού του. Έφερε τα πόδια του κοντά στο στήθος του και έκλαψε για ακόμα μια φορά. Γέμισαν τα δάκρυά του καπνό και ξινίλα. Παραίτηση και σκοτάδι.

Άνοιξε τα μάτια χωρίς να ξέρει πόση ώρα είχε περάσει. Βρισκόταν σε ένα στρογγυλό, άδειο δωμάτιο ξαπλωμένος στη σκληρή πέτρα. Ένιωθε εξαντλημένος. Με τρόμο είδε τα χέρια του να ξεπροβάλουν από το γαλάζιο του πουκάμισο γεμάτα ζάρες και μαυρίλες. Τα χέρια ενός αρρωστημένου γέρου με κίτρινα νύχια. Έκανε να ανασηκωθεί και το κορμί του πόνεσε στην προσπάθεια. Τα πόδια του δε δούλευαν πια. Το σώμα του έτρεμε. Ένιωσε σάλια να τρέχουν από το στόμα του. Μέσα στον πανικό του διέκρινε μια φιγούρα να στέκεται οκλαδόν λίγα μέτρα μακριά του. Προσπάθησε να εστιάσει την κουρασμένη του όραση. Ένα αγόρι, το πολύ δέκα χρονών, τον κοίταζε με ένα σοβαρό, καθάριο βλέμμα.

«Τα κατάφερες;»

«Τι να καταφέρω;»

«Μα να φέρεις την ειρήνη στον τόπο σου βεβαίως».

Το είχε ξεχάσει! Την αποστολή του. Το λόγο που έκανε το μεγάλο του ταξίδι και έφτασε σε αυτό το μέρος.

«Δεν νομίζω ότι τα κατάφερα. Δεν βρήκα καν τον δρόμο. Εκείνος ο ακόλουθος με πήγαινε συνεχώς σε λάθος δωμάτια. Σε ανθρώπους που ζητούσαν μόνο το παράλογο».

«Ποιός ακόλουθος;»

«Εκείνος που άλλαζε συνεχώς. Εκείνος ο αλήτης που με παρέσερνε σε λάθος μονοπάτια. Ο σιχαμένος».

«Δεν υπήρξε ποτέ κανένας ακόλουθος. Εκείνος που μίσησες τόσο πολύ ήταν μόνο ένας καθρέφτης».

«Δεν…δεν μπορεί. Μα τον είδα. Άλλαζε συνεχώς μορφές για να μοιάζει με αυτούς που υπηρετούσε».

«Ακριβώς».

«Δεν είμαι εγώ αυτός ο άνθρωπος».

«Δεν είσαι εσύ αυτός που έκρινε τους άλλους χωρίς δισταγμό;»

«Δεν έκρινα…»

«Δεν είσαι εσύ που παραδόθηκες στον φόβο, στη λαγνεία, στην εξουσία και στο χρήμα;»

«Μην το κάνεις αυτό».

«Δεν είσαι εσύ που άφησες τη ζωή σου να περάσει, αλλάζοντας πρόσωπα και υποκύπτοντας σε ό,τι φοβόσουν ή λαχταρούσες;»

«Μόνο την ειρήνη λαχταρούσα. Σε παρακαλώ».

«Την ειρήνη προέτασσες δικαιολογία στις πράξεις σου. Ειρήνη χωρίς ελευθερία. Ίσως τότε ο πόλεμος να είναι πιο ειλικρινής».

«Δεν ήξερα. Σε παρακαλώ. Δεν κατάλαβα. Άσε με να ξαναπροσπαθήσω».

«Μην κλαίς. Δεν φταις εσύ. Κανείς πόλεμος, με όπλα ή χωρίς, δεν τελείωσε ποτέ. Γιατί η πραγματική ειρήνη είναι δύσκολη. Και ξεκινάει από μέσα. Από τις ψυχές των ανθρώπων. Ευμετάβλητες και απαίδευτες έως το τέλος. Μπορείς μόνο να τελειώσεις την δικιά σου μάχη. Αυτή με τον εαυτό σου».

«Μα πως να το κάνω αυτό; Πως να ξεχάσω; Τι έκανα. Ποιος θέλησα να γίνω και ποιός έγινα. Και ποιός είσαι εσύ που είσαι ο χειρότερος δυνάστης από όλους;»

«Είμαι η ελπίδα άνθρωπε. Και θα είμαι πάντα εδώ. Μέχρι να βρεις τον πραγματικό δρόμο και να σταματήσεις να φοβάσαι. Και να σταματήσεις κάθε πόλεμο. Μέχρι να αγαπήσεις τον καθρέφτη που τόσο μισείς. Μπορείς να ξεκινήσεις τώρα. Μόνο ένα χαμόγελο θα σου κοστίσει».

Χαμογέλασε. Για πρώτη φορά σε τούτη την πόλη. Και αποφάσισε να κλείσει τα μάτια του για λίγο. Να νιώσει για πρώτη φορά στη ζωή του ελεύθερος. Νεκρός. Ξαπλωμένος στην κρύα πέτρα ενός στρογγυλού δωματίου.

Δείτε ακόμα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *