Απλά ένα διήγημα «Ένα βουβό χειροκροτημα»

«Λοιπόν; Τα καταφέρατε;»

Διακρίνω στη φωνή του αγωνία; Ε αυτό και αν είναι καινούργιο.  Ίσως όμως να είναι και λογικό. Τρείς βδομάδες έχουμε να βρεθούμε και την τελευταία φορά του  είχα υποσχεθεί ότι θα προσπαθήσω. Και η αλήθεια είναι ότι προσπάθησα. Και μπορεί για κάποιους να ακουστεί  λίγο αλλά για κάποιους άλλους…είναι απλά απίθανο. Εσείς  λοιπόν, ναι εσείς που κρύβεστε στο βάθος καλυμμένοι στις σκιές, όσο λίγοι και αν είστε, προσδεθείτε γιατί ετοιμάζεται μια απίστευτη ιστορία!

«Δεν ξέρω ακριβώς πως να απαντήσω σε αυτό».

Κάθεται όπως πάντα απέναντι μου. Το ένα πόδι πάνω στο άλλο και τα χέρια μπροστά του μπλεγμένα. Κάποιες φορές γιατί δεν ξέρει τι να τα κάνει, συνήθως για να προσδώσει κύρος στην φιγούρα του και κάποιες άλλες φορές για να κρύψει, με εκπληκτική τεχνική, μικρά χασμουρητά.

«Την τελευταία φορά που ήμουν εδώ υποσχέθηκα ότι θα προσπαθήσω. Και το έκανα. Αλλά δεν ξέρω αν πέτυχα στη προσπάθεια μου. Οπότε δεν ξέρω και αν τα κατάφερα».

Ξέρω, αναρωτιέστε για τι πράγμα μιλάω. Μην ανησυχείτε. Θα σας βγάλω πολύ σύντομα από το σκοτάδι. Αλλά για να καταλάβετε την ιστορία μου θεωρώ λογικό να κάνω μια μικρή αναδρομή.

Μια μικρή αναδρομή. Τελευταία συζήτηση με τον άνθρωπο απέναντι μου, τρείς βδομάδες νωρίτερα.

«Θα το επιχειρήσετε;»

«Και εγώ το θέλω αλλά καταλάβετε πόσο δύσκολο μου είναι. Όχι μόνο το να το κάνω. Αλλά και να το αποφασίσω».

«Το καταλαβαίνω. Και δεν θέλω να νιώσετε πίεση για κανένα λόγο. Απλά, όπως σας εξήγησα, νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα για αυτό το βήμα. Το να μου το υποσχεθείτε όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα πρέπει και να τα καταφέρετε. Αυτό το γνωρίζετε. Αλλά αν το υποσχεθείτε θα θέλω και θα οφείλετε να το προσπαθήσετε».

«Νομίζω ότι είμαι έτοιμος να κάνω μια τέτοια δέσμευση. Τι ακριβώς θέλετε να σας υποσχεθώ;»

«Θα βρεθούμε πάλι σε τρείς βδομάδες. Αυτό που θέλω λοιπόν, είναι αυτές τις τρείς βδομάδες να τις ζήσετε στα όρια. Είναι τόσο απλό».

«Ναι, ακούγεται απλό, αλλά τα όρια είναι μια σχετική έννοια και

δεν είμαι σίγουρος…»

«Ξέρετε πολύ καλά για πια όρια μιλάω. Δεν θέλω να ζήσετε στα δικά μου όρια ή στα όρια κάποιου που κάνει ελεύθερη πτώση για πρωινό. Θέλω να ανακαλύψετε και να ξεπεράσετε τα δικά σας. Τα προσωπικά σας όρια. Να φτάσετε λίγο παραπέρα από όσο αντέχετε. Νομίζω ότι αυτός είναι και ο λόγος που έρχεστε στο γραφείο μου τα τελευταία δύο χρόνια. Λοιπόν;»

«Ναι. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα. Οπότε το υπόσχομαι. Τρείς βδομάδες στα όρια».

Και για όσους θυμάστε, κάπου εκεί σταμάτησε ο τελευταίος μας διάλογος. Καλά. Είχαμε και τις χειραψίες και τα «καλά να περάσετε» και τα «καλή επιτυχία» αλλά ας μη γίνω τόσο περιγραφικός. Και οι τρείς βδομάδες πέρασαν.

«Η αλήθεια είναι ότι την ίδια μέρα που έφυγα από εδώ είχα ήδη έτοιμο το σχέδιο μου».

«Είχατε σχέδιο; Την μέρα που φύγατε από εδώ θα ορκιζόμουν ότι είχατε μόνο άγχος για την υποχρέωση που αναλάβατε».

Και μειδιάζει. Σε βλέπω φίλε που μειδιάζεις και ας βάζεις σταυρωμένα τα δάχτυλα μπροστά στο στόμα. Όλοι σε βλέπουμε. Να εκνευριστώ τώρα; Τέλος πάντων. Ας θεωρήσω ότι είναι και αυτό φυσιολογικό. Άλλωστε πρέπει να συνεχίσω. Πρέπει και αυτός και εσείς να μάθετε τη συνέχεια.

«Κι όμως είχα σχέδιο. Και το εφάρμοσα με το που πήγα σπίτι. Για περίπου μισή ώρα στάθηκα μπροστά στον καναπέ και τον κοίταξα, πρώτη φορά στη ζωή μου, σαν να ήταν αιμοβόρικο θεριό. Ένιωθα ιδρώτα να κυλά στους κροτάφους μου με τη σκέψη του τι θα ακολουθούσε. Τα πόδια μου είχαν κολλήσει στο πάτωμα και οι μικροί τυμπανιστές του μυαλού μου προμήνυαν την προσπάθεια στο ακατόρθωτο. Και ξαφνικά, με μια βαθειά αναπνοή, τα πόδια ξεκόλλησαν και με ένα άλμα βρέθηκα όρθιος πάνω στον καναπέ. Τα μάτια μου έκλεισαν αρνούμενα να αντικρύσουν την καινούργια οπτική. Αλλά η αποφασιστικότητα μου ήταν πιο δυνατή. Ανάγκασα τα μάτια μου να ανοίξουν μπροστά στη θέα του σαλονιού.  Ένιωσα τεράστιος. Ένας μικρός θεός που κατάφερνε να ξεδιπλώσει τη δύναμη του και να σταθεί στο ύψος του. Ακόμα ένιωθα φόβο και η αλήθεια είναι ότι δεν πλησίασα και πολύ στην άκρη. Όμως το πρώτο βήμα είχε γίνει και η περηφάνια μου ήταν μεγάλη. Σειρά πήρε το τραπέζι της κουζίνας και μετά η σκάλα που είχα καταχωνιασμένη στο πατάρι. Και τα κατάφερα και τα δύο! Στάθηκα πάνω και στα δύο περήφανος να αντικρίζω το ίδιο μου το σαλόνι από ψηλά. Μιλάμε για πολύ σκόνη. Τρείς ώρες έκανα φασίνα προσπαθώντας να καθαρίσω τα αίσχη που φανήκαν από εκείνο το ύψος. Όμως τα κατάφερα! Και με τις δυνάμεις που μου απόμειναν και αναπτερωμένο το ηθικό ανέβηκα σιγά σιγά και ένα ένα τα σκαλοπάτια για τη ταράτσα».

«Για την ταράτσα; Αυτό είναι εντυπωσιακό. Όχι μόνο πετύχατε ένα τρομερό πλήγμα στην υψοφοβία σας αλλά το πήγατε και σε άλλο επίπεδο. Αυτό σημαίνει να ζείτε στα όρια. Μπράβο!»

Βασικά στην ταράτσα πήγαινα συχνά. Στα τέσσερα συνήθως, αλλά συχνά. Τα άλλα δύο διαμερίσματα πάνω από μένα, εγώ μένω στο ισόγειο για ευνόητους λόγους, είχαν κρεμάσει σχοινιά για μπουγάδα στο κέντρο της ταράτσας, πολύ κοντά στη πόρτα. Άλλο πράγμα να στεγνώνουν τα ρούχα σου στον ζεστό ήλιο! Και αν πρόσεχες δεν χρειαζόταν καν να κοιτάξεις τον δρόμο από κάτω. Τα  κάγκελα ήταν αρκετά μακριά. Αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται να τα λέμε και όλα πια.

«Ναι. Δεν τα πήγα και άσχημα. Όμως στη ταράτσα με περίμεναν τα πιο δύσκολα. Μάλλον έχει σχέση και η ακροφοβία που μου λέγατε. Πέρασα δέκα ώρες εκεί πάνω! Μέτρησα με πόνο την απόσταση από την πόρτα έως την άκρη. Δέκα μέτρα! Και μου πήρε μία ώρα το καθένα από αυτά. Και λίγο παραπάνω το τελευταίο. Όμως έφτασα. Είχε νυχτώσει όταν ακούμπησα, με κλειστά μάτια, τα κάγκελα. Πανικός γέμισε όλο μου το είναι αλλά δεν μάσησα. Άρχισα τις βαθιές αναπνοές, όπως μου είχατε δείξει και κατάφερα να ανοίξω τα μάτια μου. Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν ίλιγγος. Και μια ναυτία που με καλούσε να χάσω την ισορροπία μου. Όμως το πάλεψα. Και κατάφερα να ηρεμήσω και να εστιάσω στη θέα. Και αυτό που αντίκρισα ήταν πραγματικά υπέροχο. Φώτα στον δρόμο που ενωνόντουσαν με τον έναστρο ουρανό. Τα παιχνιδίσματα των χρωμάτων ανάμεσα στα κτίρια και το φεγγάρι. Κόσμος να περπατά ανάμεσα σε αμάξια και χρωματιστές πινακίδες. Μια πόλη σε πλήρη κίνηση. Μια πόλη όμορφη. Και εγώ μπορούσα να την δω από ψηλά. Να δω μια μεγάλη εικόνα της. Και να την ερωτευτώ. Σκεφτείτε εμένα, όπως ακριβώς με ξέρετε, να περνάω το βράδυ μου στην άκρη μιας ταράτσας και να αγναντεύω το αύριο».

Καλά λέω πως θα έπρεπε να είχα γίνει ποιητής. Ναι, το ξέρω πως συμφωνείτε.

«Θα ομολογήσω ότι αυτό είναι κατα πολύ περισσότερο από ότι περίμενα. Περιέργως. Και όλα αυτά γίνανε την πρώτη μέρα. Υποθέτω λοιπόν ότι έχει και συνέχεια».

Εννοείται ότι έχει και συνέχεια. Ώρες ώρες νομίζω ότι για γιατρός δεν είναι και πολύ έξυπνος. Ή μπορεί και να το παίζει για να μου δημιουργήσει μια αίσθηση ανωτερότητας. Θα ρώταγα και την δική σας άποψη επί του θέματος αλλά μου φαίνεστε πιο φοβισμένοι και από εμένα.

«Βεβαίως και έχει συνέχεια. Και μάλιστα την επόμενη ακριβώς μέρα. Αφού πρώτα πήρα έναν καλό υπνάκο όμως. Διασκεδαστικό να περνάς το βράδυ σου στη ταράτσα, δε λέω, αλλά και κουραστικό επίσης».

«Ναι το φαντάζομαι. Και η προσπάθεια θα πρέπει να ήταν εξαντλητική».

«Έτσι είναι. Όμως η πρώτη νίκη μου έδωσε δύναμη και αποφασιστικότητα. Οπότε αφού ξύπνησα την επόμενη μέρα και έφαγα ένα πολύ καλό πρωινό-μεσημεριανό, έκανα το επόμενο βήμα. Βόλτα με το λεωφορείο!»

«Δεν σοβαρολογείτε τώρα. Αυτό είναι απίστευτο. Σχεδόν νομίζω ότι μου λέτε ψέματα».

Ναι, άλλη όρεξη δεν είχα. Τι είναι αυτός ρε. Συγνώμη που χάνω τον ειρμό μου αλλά τον ακούτε;

«Και όμως σοβαρολογώ. Προσπάθησα να μπω στο πρώτο που βρήκα μπροστά μου χωρίς να με ενδιαφέρει ο προορισμός. Ο οδηγός θύμωσε επειδή στεκόμουν για κανένα πεντάλεπτο με το ένα πόδι μέσα και το άλλο να πατά σταθερά στο πεζοδρόμιο. Δεν νομίζω ότι παρατήρησε τον ιδρώτα μου. Τα μάτια μου που πετάριζαν σαν τρελά στις φάτσες των στριμωγμένων επιβατών. Δεν νομίζω καν να κατάλαβε πόσο φοβήθηκα να τον κοιτάξω έτσι που φώναζε <<τι θα γίνει ρε καθυστερημένε; εδώ θα μείνουμε απόψε;>>. Όπως καταλαβαίνετε δεν μπόρεσα να το διαχειριστώ όλο αυτό. Όμως με βοήθησε να ανακαλύψω κάτι καινούργιο για τον εαυτό μου. Αν χρειαστεί γίνομαι εκπληκτικός δρομέας. Για πότε έκανα μεταβολή και άρχισα να τρέχω δεν θα το πιστεύατε. Σε δέκα δευτερόλεπτα περίπου βρισκόμουν δύο τετράγωνα μακριά. Αλλά δεν απογοητεύτηκα. Αφού μάζεψα τις ανάσες μου και έριξα λίγα καντήλια στον αγροίκο με το τιμόνι, αποφάσισα να ξαναπροσπαθήσω. Εξυπνότερα αυτή τη φορά. Έκοψα ένα ξύλο από ένα ξεραμένο δέντρο και έκατσα στην επόμενη στάση με τα μάτια κλειστά, το ξύλο για οδηγό, μη σκοτωθούμε κιόλας και το ένα χέρι ψηλά, σήμα στον οδηγό».

Γιατί γελάει; Αλήθεια λέω. Και είμαι περήφανος για αυτή  την αλήθεια. Θα έπρεπε να με φωνάζουν Οδυσσέα. Τον πολυμήχανο. Και όχι να γελάνε. Και μη νομίζετε ότι δεν βλέπω κι εσάς στο βάθος. Άιντε γιατί το ξύλο το έχω φυλάξει.

» Και το κόλπο πέτυχε. Το λεωφορείο σταμάτησε ακριβώς μπροστά μου και ο οδηγός με βοήθησε να ανέβω. Αλλά η επιτυχία δεν σταμάτησε εκεί. Επειδή με περάσαν για τυφλό όλοι κάνανε στην άκρη να μη με αγγίζουν. Παιδιά, τυφλός, όχι λεπρός. Άσε που γέμισε ψηλά η ανοιχτή τσέπη του σακακιού μου. Όπως και να έχει πάντως εγώ τα κατάφερα. Μπήκα σε ένα μέρος γεμάτο στριμωγμένους ανθρώπους και επιβίωσα. Ίδρωνα και ξεφυσούσα. Προσπαθούσα να μη λιποθυμήσω. Αλλά τα κατάφερα. Η μόνη λάθος μου κίνηση ήταν που μετά από λίγο άνοιξα τα μάτια μου. Και όχι γιατί φοβήθηκα. Δεν πρόλαβα. Με πέταξαν έξω κακήν κακώς μιας και ο φτωχός τυφλός βγήκε κάλπικος. Βγήκα όμως αλώβητος. Και μέσα στη σύγχυση δεν πρόλαβα να τρομάξω. Έφυγα τρέχωντας…αλλά δεν τρόμαξα».

«Μάλλον το σοκ ήταν τόσο ισχυρό που ο εγκέφαλος είχε τόσα να ασχοληθεί που ξέχασε να προβάλει την αγοραφοβία σας. Μα αυτό είναι υπέροχο. Και εκπληκτικό κόλπο. Θα πρέπει να κρατήσω σημειώσεις».

Κοίτα που του δίνω και ιδέες. Σε λίγο θα πληρώνομαι κιόλας.

«Δεν ξέρω πως ακριβώς να το δικαιολογήσω αλλά μετά από εκείνη τη στιγμή τα πράγματα ξέφυγαν. Την επόμενη βδομάδα μπήκα σε πέντε λεωφορεία, πήγα σε τρία καφέ και ψώνισα στο κεντρικό εμπορικό. Και ήταν καταπληκτικά! Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι όλα αυτά τα έκανα εγώ. Μέχρι και από μια νόστιμη κοπελίτσα τόλμησα να ζητήσω το τηλέφωνο της. Και ναι, μου το έδωσε».

Βασικά το τηλέφωνο ενός φίλου της λογοθεραπευτή μου έδωσε γιατί από το τραύλισμα που είχα νόμιζε ότι έχω πρόβλημα. Αλλά και αυτό μια αρχή είναι. Έτσι δεν είναι;

«Οπότε κάνατε ακριβώς ότι σας ζήτησα. Ζήσατε στα όρια και μάλιστα τα υπερβήκατε θεαματικά. Τότε γιατί λέτε ότι δεν είστε σίγουρος αν τα καταφέρατε; Μέσα σε λίγο χρόνο ξεπεράσατε υψοφοβία και αγοραφοβία. Αυτό είναι τρομερή επιτυχία».

«Ναι. Δε θα διαφωνήσω. Ο λόγος που το λέω αυτό είναι γιατί την επόμενη βδομάδα έγινε κάτι καινούργιο».

«Κάτι καινούργιο; Δηλαδή τι εννοείτε;»

«Όπως καταλαβαίνετε, ενθουσιασμένος καθώς ήμουν με τις καινούργιες μου επιδεξιότητες, η ζωή μου άλλαξε. Μη φανταστείτε ότι γιατρεύτηκα έτσι, σε μία μέρα. Κάθε μέρα ήταν δύσκολη. Αλλά πείσμωσα. Και αν βάλεις χέρι στο μέλι είναι δύσκολο να γυρίσεις στη ζαχαρίνη. Που λέτε, κάθε πρωί, ανέβαινα σε ταράτσες και ψηλά μέρη γενικότερα. Σε τρείς μέρες ανέβηκα σε όλους τους γύρω λόφους. Και κάθε βράδυ, αχ κάθε βράδυ».

«Τι; Τι γινόταν κάθε βράδυ;»

Κοιτάξτε τον. Τα ξεσταυρώσαμε τα χεράκια ε; Βλέπετε που σας υποσχέθηκα σασπένς; Μέχρι και ο ψυχίατρος μου τα έχει παίξει.

«Κάθε βράδυ έβγαινα. Μάλιστα. Κάθε βράδυ γυρνούσα στα μέρη που συχνάζουν πολλοί άνθρωποι. Πλατείες και μπαράκια. Κλαμπ με δυνατές μουσικές και  εστιατόρια. Και μίλαγα με ανθρώπους. Και μου έδιναν σημασία. Μου απαντάγανε και, κάποιες φορές, μου κάνανε ερωτήσεις κι αυτοί. Και η ζωή έγινε ξαφνικά υπέροχη. Περίεργη και γεμάτη άγχος αλλά υπέροχη. Μέχρι το χθεσινό βράδυ. Μέχρι το καινούργιο».

«Τι εννοείτε καινούργιο; Φαντάζομαι ότι θα μιλάτε για κάποια μικρή κρίση αλλά αυτό δε σημαίνει…»

«Μη προτρέχετε γιατρέ. Ακούστε με και θα καταλάβετε. Χθες το βράδυ με είχαν καλέσει σε μια συναυλία. Επρόκειτο για μια κλασσική όπερα. Ορχήστρα, μαέστρο και τα όλα της. Φανταστείτε τον ενθουσιασμό μου. Που με κάλεσαν κάπου! Κατακτούσα τον κόσμο λέμε. Μέχρι που μπήκα στην αίθουσα. Εκεί ξεκίνησε. Ο ιδρώτας ξαναέκανε την εμφάνιση του και η αναπνοή μου κόπηκε απότομα. Έπαθα πανικό. Αλλά γιατί; Φαντάστηκα ότι ήταν για τον μαζεμένο κόσμο αλλά όσο και να εστίασα την προσοχή μου σε αυτό το θέμα δεν ηρεμούσα με τίποτα. Όχι. Αυτό ήταν κάτι καινούργιο. Έστριβα το κεφάλι μου μανιασμένα δεξιά αριστερά να ανακαλύψω τι ήταν αυτό που με είχε φρικάρει τόσο πολύ μπροστά στους καινούργιους μου φίλους. Λές και ήμουν κανένας τρελός».

Καταλαβαίνετε, πιστεύω, ότι δεν ανήκω στην κατηγορία των τρελών έτσι; Ανήκω στη κατηγορία των προβληματισμένων. Αυτούς που κατανοούν, με κάποια ανώτερη ευαισθησία, τους κινδύνους αυτού του μάταιου κόσμου. Και για εσάς στο βάθος που με κοιτάτε αποσβολωμένοι…ναι, το ξέρω ότι η ιστορία μου έχει τρομερό ενδιαφέρον!

«Και βρήκα τη πηγή του τρόμου. Η μουσική βασιζόταν στα πνευστά και υπήρχε μια ολόκληρη σειρά με αυλούς αριστερά της σκηνής, ακριβώς εκεί που πήγα να κάτσω. Δεν είχα ξαναδεί αυλούς, φλογέρες δηλαδή, από κοντά. Για κάποιο λόγο η θέα τους και μόνο μου προκαλούσε απίστευτο φόβο. Μέσα σε λίγα λεπτά γκρεμίστηκε όλη η δουλειά που είχα κάνει τόσες μέρες. Βγήκα έξω κακήν κακώς με τη καρδιά μου να τρέμει σαν φύλλο στον φθινοπωρινό ουρανό. Περπάτησα μέχρι το σπίτι προσέχοντας να μη πλησιάζω ανθρώπους και να μη βρεθώ επ’ουδενί κοντά στην άκρη του πεζοδρομίου. Κλείστηκα στο σπίτι όλο το βράδυ ψάχνοντας τι ήταν αυτό το καινούργιο κόλπο. Και δυστυχώς βρήκα και αυτό και άλλα πολλά. Το πρόβλημα αυτό ονομάζεται αυλοφοβία. Να φοβάσαι τις φλογέρες. Αν είναι δυνατόν. Και δεν διάβασα μόνο για αυτό. Γνώρισα την αιχμοφοβία και την αεροφοβία και ένα σωρό άλλες άγνωστες φοβίες με αστεία ονόματα. Και συνειδητοποίησα ότι τις έχω όλες. Και νομίζω ότι τελικά έπαθα φοβιοφοβία».

Και μπορεί αυτός ο όρος να μην υπάρχει αλλά πιστέψτε με είναι πέρα για πέρα υπαρκτός.

«Για αυτό λοιπόν δεν ξέρω πως να σας απαντήσω στο αν τα κατάφερα ή όχι. Έζησα γα τρεις βδομάδες τη ζωή μου στα όρια. Ακροβατώντας μεταξύ του μυαλού και της υπέρβασης. Αλλά ένα τυχαίο γεγονός με έκανε να γυρίσω ακόμα πιο πίσω από εκεί που ήμουν αρχικά».

Κοίτα πόσο εντύπωση του έκανα. Αγαπητό μου κοινό. Παρατηρήστε πως με ελάχιστες ιατρικές γνώσεις άφησα τον γιατρό μου μαλάκα. Τελικά το μυαλό μου είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό.

«Η αλήθεια είναι ότι κάνατε πολύ καλή δουλειά. Ιατρικά ο όρος φοβιοφοβία δεν υφίσταται αλλά συμβαίνει γενικά κάποιος που φοβάται μη φοβηθεί να βρίσκει λόγους να το κάνει. Οπότε εγώ θα μείνω στη προσπάθεια σας και στο πόσο ωραία σας έκανε να νιώσετε αυτή η υπέρβαση. Άλλωστε η υπέρβαση καθεαυτή δεν είναι προσδιορισμένη. Είναι προσωπική και όποια μορφή και αν έχει είναι εξίσου σημαντική και δύσκολη. Και αυτό θα είναι το θέμα των μετέπειτα συναντήσεων μας. Όμως πριν καταπιαστούμε με αυτό το καινούργιο εγχείρημα θα πρέπει να συζητήσουμε το άλλο θέμα. Εκείνη την, ομολογώ εκνευριστική πλέον, τάση σας να νομίζετε ότι έχετε συνεχώς κάποιο αόρατο κοινό που ακούει τις ιστορίες σας».

Μα τι λέει; Δεν ξέρει τι λέει. Παρακαλώ ένα ζεστό χειροκρότημα στον κύριο με τα σταυρωμένα χέρια.  

 

 

 

Δείτε ακόμα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *