Απλά ένα διήγημα «Μια διαφορετική μέρα»

Η μέρα ξεκίνησε ακριβώς όπως κάθε μέρα, με μια τρέλα να γυαλίζει στα μάτια του και την αδημονία για τα δευτερόλεπτα που μέτραγαν ανάποδα. Έντεκα και πενήντα επτά, τρία λεπτά ακόμα. Το ρολόι στον τοίχο της κουζίνας ακουγόταν σαν καρδιά γίγαντα. Ρυθμικά τικ τακ που μεγάλωναν την αγωνία και ενώνονταν με τους παλμούς του. Αλλά σήμερα θα ήταν διαφορετικά. Το είχε πάρει απόφαση. Σήμερα δε θα στεκόταν θεατής στο λευκό μυστήριο. Θα ανακάλυπτε την αλήθεια.

Κάθε μέρα καθόταν στο μικρό μπαλκονάκι του πρώτου ορόφου να περιμένει την έξοδο του στρώματος. Ακριβώς στις δώδεκα. Εκείνη την ώρα και ούτε δευτερόλεπτο αργότερα, άνοιγε η μικρή πορτούλα στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Πότε ξεκίνησε αυτό ούτε που θυμόταν. Αυτή η επαναλαμβανόμενη έξοδος, καθημερινή και με ακρίβεια χρονομέτρου. Δύο άντρες, ντυμένοι στα λευκά σαν γιατροί, με ένα στρώμα να κουβαλάνε πάνω από τα κεφάλια τους. Ποτέ δεν μπόρεσε να δει τα πρόσωπα τους, κρυμμένα στη σκιά του φορτίου τους. Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει τι κάνουν αυτοί οι άνθρωποι. Γιατί το κάνουν. Άλλωστε από μικρός είχε πρόβλημα να καταλάβει γιατί οι άνθρωποι κάνουν ότι κάνουν.

Όμως αυτή η περίπτωση ήταν πολύ διαφορετική. Δεν αδυνατούσε να καταλάβει γιατί οι άνθρωποι φέρονται με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο ή τι ακριβώς θέλουν από αυτόν. Απλά δεν μπορούσε  να καταλάβει γιατί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι κουβαλάνε ένα λευκό στρώμα, κάθε μέρα στις δώδεκα ακριβώς. Βγαίνουν από εκείνη τη μικρή πορτούλα που δεν έχει κάποια πινακίδα ή κάποιο διακριτικό, δηλαδή δεν φαίνεται για κάποιου είδους μαγαζί. Φοράνε λευκά ρούχα, όμοια με γιατρών, αλλά φαίνεται να είναι απλοί μεταφορείς. Και κουβαλάνε ένα στρώμα κάθε φορά, ολόλευκο και με ένα μοναδικό κουμπί στο κέντρο της κάθε πλευράς του. Τι είναι αυτό; Δεν άντεχε άλλο να περιμένει. Έντεκα και πενήντα εννέα. Ένα λεπτό ακόμα και το ερώτημα που τον βασανίζει χρόνια τώρα θα έπαιρνε την απάντηση του. Χρόνια; Ήταν όντος χρόνια; Και γιατί άφησε χρόνια να περάσουν αν είναι έτσι; Γιατί δεν έδρασε νωρίτερα; Δεν πειράζει. Σήμερα ήταν η μέρα που θα ανακάλυπτε την αλήθεια. Το είχε πάρει απόφαση.

Δώδεκα! Η καρδιά του γίγαντα σταμάτησε και άφησε μετέωρη τη σκόνη του δρόμου. Μία στιγμή, δύο και η πόρτα, απέναντι από το μπαλκονάκι του άνοιξε. Οι δύο γιατροί βγάλανε προσεκτικά το καινούργιο στρώμα, κατεβήκαν τα δύο μικρά σκαλοπάτια που τους χώριζαν από το πεζοδρόμιο, το τοποθέτησαν προσεκτικά πάνω από τα κεφάλια τους και μελετημένα, όπως κάθε μέρα, έστριψαν αριστερά και ξεκίνησαν την πορεία τους. Και όλα γινόντουσαν αργά. Λες και τα πόδια είχαν κολλήσει στη λάσπη ενός ονείρου. Εκείνος κρατούσε την ανάσα του, παρακολουθώντας τα βήματα τους να ξεμακραίνουν και ο χρόνος έμενε ακίνητος στο πλευρό του. Λίγο πριν τους δει να στρίβουν στη γωνία του δρόμου τα χαμένα δευτερόλεπτα έκαναν ξαφνικά την εμφάνιση τους και στριμώχθηκαν βίαια πίσω από την αναγκαιότητα της πράξης. Η αγωνία και το άγχος σήμερα γέμισαν ενέργεια το κοιμισμένο του κορμί. Την επόμενη στιγμή κατέβαινε δύο δύο τα σκαλιά με προορισμό τον δρόμο.

Τα μάτια του κολλημένα στη λευκή πομπή που έστριβε αριστερά στη γωνία. Λίγο έλειψε να ρίξει μια γιαγιάκα που πέρναγε τον δρόμο. Τουλάχιστον έτσι του φάνηκε. Δεν είχε όμως χρόνο για αβρότητες και συγνώμες. Ούτε και να προσέχει είχε χρόνο, συνειδητοποίησε περνώντας ξυστά από τη γωνία ενός περαστικού αμαξιού. Δεν γινόταν να χάσει το στρώμα. Ήταν το μοναδικό πράγμα που είχε σημασία. Ο μοναδικός σκοπός. Είναι αστείο μερικές φορές από τι μπορεί να κρέμεται η ζωή σου.

Έστριψε κι εκείνος την στιγμή που το στρωμάτινο πλάσμα έκανε πάλι αριστερά στην επόμενη γωνία του τετραγώνου. Κοντοστάθηκε μόνο μια στιγμή να αναλογιστεί πώς κατάφεραν αυτοί οι άνθρωποι, με το βάρος που κουβαλούσαν και τη δυσκολία του συγχρονισμού, να είναι ήδη τόσο μακριά. Μόνο μια στιγμή και το τραγούδι του κυνηγητού ξανάρχισε μέσα στο κεφάλι του. Καινούργιο κύμα ενέργειας κίνησε τα πόδια του και ενώθηκε με τον ιδρώτα που έλουζε άφθονος τους κροτάφους του. Βάλθηκε να τρέχει. Ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γύρναγαν στιγμή το βλέμμα τους να τον κοιτάξουν. Και όσους έτυχε να σκουντήσει στο πέρασμα του τραβήχτηκαν απότομα μακριά του μην κολλήσουν την υγρασία των ματιών του. Κανείς δεν φαίνεται να συμπαθεί τους ανθρώπους σε απόγνωση. Κανείς δεν φαίνεται να γουστάρει αυτούς που κλαίνε.

Όμως η απόγνωση είναι τρομερός σύμμαχος κάποιες φορές. Αγνόησε τους περαστικούς, το κακοτράχαλο πεζοδρόμιο και τον ήλιο που τον χτύπαγε κατευθείαν στα μάτια και στην επόμενη γωνία βρέθηκε μόνο λίγα μέτρα μακριά από τη λευκή πομπή. Μίκρυνε τον διασκελισμό του και χαλάρωσε τον ρυθμό των βημάτων του. Προσπάθησε να χαλαρώσει και το χτύπημα στα μηνίγγια του, βάζοντας μπρός τη σιγουριά ότι πλέον βρισκόταν σε καλό δρόμο. Σε καλό δρόμο να ανακαλύψει την αλήθεια. Και ίσως κάτι από τον ίδιο του τον εαυτό. Αλλά το είχε ξανανιώσει αυτό το συναίσθημα. Δεν θυμόταν ακριβώς πότε ή το πόσες φορές είχε ξανασυμβεί αλλά ήταν σχεδόν σίγουρος ότι ποτέ δεν τα κατάφερε. Ποτέ δεν βρήκε την αλήθεια. Ποτέ δεν βρήκε κάποιο κομμάτι του εαυτού του. Ποτέ δεν…Σκέψεις! Ο αιώνιος εχθρός του. Σκέψεις που διακόπηκαν από τον κοντινότερο του μεταφορέα που γύρισε και τον κοίταξε με ένα βλέμμα σίγουρο. Με ένα βλέμμα γνώριμο. Κράτησε μία μόνο στιγμή μα διέκρινε αναγνώριση. Και μια στέρεα σιγουριά. Ήξεραν ότι τους ακολουθούσε! Και όχι απλά το ήξεραν αλλά το επιδίωκαν κιόλας! Και όλα αυτά τη στιγμή που το λευκό τέρας, με ουρά πλέον, έκανε ακόμα μια στροφή αριστερά.

Αριστερά; Πάλι αριστερά; Μα αυτό θα τους φέρει πάλι στον δρόμο από όπου ξεκίνησαν αρχικά. Δηλαδή κάθε μέρα βγάζουν το στρώμα μία βόλτα το τετράγωνο να πάρει αέρα; Κάτι σαν σκύλος; Με το που έστριψαν όμως ο αποπροσανατολισμός του χτύπησε βίαια τη πόρτα. Μετά τη γωνία τον περίμενε η έκπληξη, το άγχος, ο τρόμος και ένα στενό αδιέξοδο. Ένα αδιέξοδο τρία επί τρία, περίπου, εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει ο δρόμος της επιστροφής. Ένα αδιέξοδο φτιαγμένο εξολοκλήρου με στρώματα. Λευκά, γυαλιστερά με ένα μόνο κουμπί στο κέντρο κάθε πλευράς τους. Δεκάδες και ολόιδια. Στημένα όρθια δίπλα δίπλα και το ένα πάνω στο άλλο σχηματίζοντας τους τοίχους του στενού. Οι μεταφορείς τοποθέτησαν το στρώμα που κουβαλούσαν στο μοναδικό κενό του εφιαλτικού δρόμου και γύρισαν να φύγουν από το δρόμο που είχαν έρθει. Τα πρόσωπα τους ήταν καλυμμένα στις σκιές λες και κουβαλούσαν ακόμα κάτι που τους έκρυβε τον ήλιο. Μόνο τα χαμόγελα τους μπόρεσε να διακρίνει καθώς πέρναγαν από μπροστά του. Δεν ήταν όμως χαμόγελα ειρωνικά η περιπαιχτικά αλλά μάλλον συγκαταβατικά, σαν μαλακό χτύπημα στη πλάτη. Τον προσπέρασαν και την αμέσως επόμενη στιγμή χάθηκε και ο ήχος από τα βήματα τους. Γύρισε με αγωνία να τους προλάβει. Να τους ρωτήσει. Να μη μείνει εκεί μόνος του. Αλλά τον κατάπιε ο πανικός αφήνοντας τα λόγια του να μεταμορφωθούν σε ένα κλαψουριστό ήχο. Ο δρόμος, πίσω του, ήταν κλεισμένος από το ίδιο στρωμάτινο τοίχος!

Ήταν περικυκλωμένος ή μάλλον ήταν φυλακισμένος μέσα σε ένα στρωμάτινο κελί. Για λίγο γέλασε με το ακραίο της υπόθεσης. Δεν ήταν λογικό. Μάλλον πάλι το μυαλό του έπαιζε περίεργα παιχνίδια. Του είχε ξανασυμβεί του είχαν πει κάποτε. Όμως τότε, όποτε και να ήταν αυτό το κάποτε, δεν ήταν μόνος του. Είχε κάποιον να τον φροντίσει. Ποιόν; Και τι ήταν αυτό; Σαν να του φάνηκε ότι ο τοίχος μπροστά του κινήθηκε. Μπα, μάλλον ήταν η ιδέα του. Πώς μπορεί ένα τείχος, όσο περίεργο και αν ήταν αυτό, να κινηθεί; Μια βαθειά ανάσα και…και πως άλλαξε έτσι ο καιρός ξαφνικά; Γιατί κρύβεται τόσο γρήγορα ο ήλιος; Σήκωσε το κεφάλι του περιμένοντας να δει τα υπαίτια σύννεφα. Με φρίκη είδε ότι δεν ευθύνονταν οι σαπουνόφουσκες του ουρανού αλλά καινούργια στρώματα  που κουνιόντουσαν με αργό ρυθμό καλύπτοντας το κενό πάνω από το κεφάλι του. Καινούργια απόγνωση. Καινούργιος ιδρώτας. Και μια λυσσασμένη ανάγκη να βγει από τη στρωμάτινη φυλακή του. Στα τυφλά άρχισε να χτυπά και να κλωτσά προς κάθε κατεύθυνση ψάχνοντας διέξοδο από αυτόν τον εφιάλτη. Πάλευε και έξυνε συνειδητοποιώντας κάθε λεπτό το ανούσιο της πράξης του. Μέχρι που κατάλαβε ότι όντος τα στρώματα κινιόντουσαν ερχόμενα προς το μέρος του. Στενεύοντας το δωμάτιο. Απειλώντας να τον πνίξουν. Να τον καταπιούν. Και να ξεχαστεί εκεί. Για πάντα. «Θεέ μου ας ξυπνήσω από αυτό το όνειρο.»

Προσπάθησε να απλώσει πάλι τα χέρια του μόνο και μόνο για να καταλάβει ότι ήταν δεμένα πίσω από τη πλάτη του. Ένιωσε να πνίγεται. Χαμήλωσε τα μάτια του στο λευκό σακάκι που φορούσε. Παρατήρησε τη λευκή, στρωμάτινη και πλέον ακίνητη φυλακή του. «Μόνο για να μη ξανακάνεις κακό στον εαυτό σου» άκουσε μια γυναικεία φωνή που έμοιασε με αντανάκλαση κάποιας ηχούς. Ήταν πάλι πίσω. Πίσω που; «Ποιός με έκλεισε εδώ;» Με φρίκη προσπάθησε να πετάξει τα δεσμά από πάνω του. «Γιατί με έκλεισες εδώ;» Με την άκρη του ματιού του είδε τους δύο γιατρούς-μεταφορείς να ανοίγουν τη πόρτα, για να μπουν στο δωμάτιο, με γρήγορες κινήσεις.» Όχι, δεν θα το ξανακάνω. Θα είμαι καλός.» Χτύπαγε δεξιά, αριστερά στα μαλακά στρώματα όταν ένιωσε δυνατά χέρια να τον περιορίζουν στο πάτωμα. «Όχι μη. Θέλω να φύγω από εδώ.» Μία βελόνα διαπέρασε το δέρμα στο δεξί του μπράτσο κάνοντας τα μάτια του να στενέψουν απο τον πόνο. «Θεέ μου ας ξυπνήσω από αυτό το όνειρο.»

Η μέρα ξεκίνησε ακριβώς όπως κάθε μέρα, με μια τρέλα να γυαλίζει στα μάτια του και την αδημονία για τα δευτερόλεπτα που μέτραγαν ανάποδα. Σήμερα όμως ήταν μια διαφορετική μέρα. Σήμερα θα ανακάλυπτε την αλήθεια.-

Δείτε ακόμα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *