Ο τηλεφωνητής

Πέταξε τα κλειδιά στο τραπέζι, έβγαλε τον καπνό από την τσάντα και την παράτησε στο πάτωμα. Σωριάστηκε στον καναπέ και μηχανικά έστριψε ένα τσιγάρο, το άναψε και κοίταξε έξω από το παράθυρο την πόλη. Απλωνόταν μπροστά της, άλλοτε σαν μάγισσα που την καλούσε να βγει έξω κι άλλοτε σαν θηρίο που τη φόβιζε και την έκανε να κουρνιάζει πιο βαθιά στον εαυτό της. Σήμερα η πόλη ήταν βουβή. Θλιμμένη. Αναστέναξε και φύσηξε μακριά τον καπνό από το τσιγάρο της. Έβρεχε.

Μάζεψε τις δυνάμεις της και σηκώθηκε. Βρήκε το κινητό της και σχημάτισε τον αριθμό του. Ήξερε ότι δεν θα το σήκωνε αλλά ήταν μια συνήθεια που δεν μπορούσε να κόψει. Σαν το τσιγάρο. Άκουγε τη φωνή του στον τηλεφωνητή και αυτό της ήταν αρκετό. Τις ίδες πέντε λέξεις κάθε μέρα. Και αυτό την κρατούσε ζωντανή. Πέντε λέξεις. Μόνο. “Αφήστε το μήνυμά σας. Δημήτρης”. Κάθε φορά που τον άκουγε να λέει το όνομά του, η καρδιά της σφιγγόταν και ένας κόμπος ανέβαινε στο λαιμό της. Δεν τον μισούσε, δεν του κρατούσε κακία. Μόνο της έλειπε. Της έλειπε τόσο πολύ, που έκλαιγε μέσα της. Κάθε μέρα έκλαιγε μέσα της και πάσχιζε να σταματήσει το χρόνο εκεί όταν ακόμα τον είχε δίπλα της.

Του τηλεφώνησε δύο φορές για να ακούσε τη φωνή του. Και αυτό της ήταν αρκετό για σήμερα. Άκουσε τις ίδες πέντε λέξεις, δύο φορές . Τον άκουσε να λέει το όνομά του.

Θύμωσε πάλι με τον εαυτό της. “Έτσι θα συνεχιστεί η ζωή μου;” σκέφτηκε και βρέθηκε πάλι μπροστά σε ένα αδιέξοδο. Το μυαλό της, της όριζε να αναθεωρήσει, να το συνειδητοποιήσει, να το χωνέψει επιτέλους, αλλά η καρδιά της… Αυτή η καριόλα, η καρδιά της, έπαιρνε όλες της αποφάσεις και δεν συγχρονιζόταν ποτέ με το ρημάδι το μυαλό της. Σκεφτόταν ότι τον αγαπούσε. Πόσο της έλειπε! Μακάρι να ερχόταν για ένα λεπτό μόνο. Για ένα λεπτό και ας μην μιλούσαν καθόλου. Μόνο να τον έβλεπε μπροστά της.

Το μυαλό της, την μάλωσε δυνατά. “Ηλίθια!”

Η καρδιά της, την αγκάλιασε και έφερε τη μορφή του μπροστά της. “Να τος!”

Σηκώθηκε και προσπέρασε την αχνή μορφή του, που στεκόταν ακίνητη στην πόρτα. Ούτε καν φάντασμα δεν ήταν. Ήταν η φαντασία της που έπλαθε εικόνες και τον έφερε εκεί.

Θα έβγαινε έξω. Καλύτερα έξω. Βρέχει ακόμα. Δεν χρειάζεται ομπρέλα, θέλει να νιώσει τη βροχή πάνω της. Να της ξεπλύνει το άρωμα του θανάτου. Μήπως και η καρδιά της πειστεί τελικά ότι αυτός δε θα γυρίσει. Δε μπορεί να γυρίσει.

Δείτε ακόμα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *