Απλά ένα διήγημα «Ηχώ»

Αλήθεια, χρειάζεται το σκοτάδι για να παίξει το μυαλό σου τα παιχνίδια του;

Δεν ήταν καλή ιδέα. Το καμπανάκι στα αυτιά του δεν σταμάταγε να χτυπάει. Δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα. Άλλο πράγμα να επιχειρείς κάτι, μέσω μιας ομάδας, μαζί με εκπαιδευτές και άλλο πράγμα να το κάνεις μόνος σου πόσο μάλλον να έχεις για παρέα τον παρανοϊκό φίλο του, τον Κωστάκη.

<<Μπορείς να μην είσαι χέστης;>> του είπε λίγη ώρα νωρίτερα. <<Έχουμε μπει ήδη σε τέσσερις σπηλιές ως τώρα. Πραγματικά φοβάσαι να κατέβουμε μόνοι μας λίγα μέτρα; Έχουμε και όλα τα απαραίτητα. Κάτι ήξερα που επέμενα να φέρουμε και τον εξοπλισμό μας παρέα>>.

Δεν το είχε πολυσκεφτεί όταν του είχε ζητήσει να φέρει τον εξοπλισμό της σπηλαιολογίας μαζί του στις διακοπές στο χωριό. Ένα πραγματικά περίεργο χόμπι που είχαν ξεκινήσει όχι πολύ καιρό πριν. Δεν το πολυσκέφτηκε αλλά τα πήρε μαζί του τα σύνεργα. Όχι γιατί πίστευε ότι όντος θα κατέβουν κάποια σπηλιά αλλά γιατί ήθελε να αποφύγει την γκρίνια του. Η ιδέα όμως δεν είχε μείνει ιδέα. Εκείνος σοβαρολογούσε για τη σπηλιά. Εκείνη, πέρα από τα όρια του επαρχιακού δρόμου. Εκείνη που περίμενε ανυπόμονα τους εξερευνητές της. Που οι ντόπιοι αποκαλούσαν λημερι του διαβόλου. Αν και κανείς δεν θυμόταν πια απο που βγήκε αυτή η ονομασία. Λίγο η ζάλη της προσδοκούμενης περιπέτειας, λίγο το νεαρό της ηλικίας και περισσότερο η επιμονή του Κωστάκη, τους έφεραν στην είσοδο της εν λόγω σπηλιάς, αρματωμένοι με όλα τους τα σύνεργα και με ανάμεικτα συναισθήματα. Όχι, δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα.

Συνήθως όταν κάποιος ακούει τη λέξη σπηλιά φαντάζεται ένα τεράστιο άνοιγμα στα ρίζα κάποιου βουνού, ένα στρογγυλό εσωτερικό, γεμάτο σταλακτίτες και σταλαγμίτες, και φώς που παιχνιδίζει ανάμεσα στα πετρώματα. Πόσο μακριά πέφτουν όλοι! Με μια εμπειρία τεσσάρων σπηλαίων στη πλάτη του είχε ήδη μάθει ότι η πραγματικότητα είναι λιγότερο ελκυστική. Είναι αλήθεια ότι τα πετρώματα και οι σχηματισμοί τους σε αφήνουν συχνά με ανοιχτό το στόμα αλλά όλα τα άλλα σου δημιουργούν ένα αίσθημα πλήρους ηλιθιότητας που τόλμησες να εισχωρήσεις σε αυτόν τον κόσμο. Όλες οι εισόδοι που είχε δει ως τώρα καθώς και αυτή που ήταν μπροστά του, ήταν απλά τρύπες στο έδαφος. Τρύπες που έχασκαν σαν στόματα. Έτοιμα για τα ανυποψίαστα θύματα τους. Κατηφορικά, γλιστερά, επικίνδυνα. Και το εσωτερικό; Πάντα επικλινή πλατώματα, γεμάτα μικρούς γκρεμούς ύψους δυο-τριών μέτρων, αν είσαι τυχερός, στενά λαγούμια γεμάτα εξογκώματα που πρέπει να συρθείς για να περάσεις και ένα σκοτάδι τόσο απόλυτο και αποπνικτικό που κάνει τις πιο σκοτεινές νύχτες να μοιάζουν σαν καταμεσήμερο καλοκαιριού. Θα μπορούσε να γράψει βιβλίο για ποιους λόγους δεν διαλέγουμε την σπηλαιολογία σαν χόμπι. Για την επικινδυνότητα που υπάρχει σε μια κατάβαση. Για το τι παιχνίδια μπορεί να σου παίξει ένα τόσο σκοτεινό μέρος. Η θα μπορούσε απλά να αρνηθεί να μπει στο ορθάνοιχτο κενό που έβλεπε μπροστά του. Κάποιες φορές οι πρώτες σκέψεις είναι οι καλύτερες.

Το πιο δύσκολο να συνηθίσεις σε ένα σπήλαιο και αυτό είναι θέμα εμπειρίας, είναι ο αέρας. Πυκνός και ακίνητος. Λες και μπορείς να κόψεις κομμάτι του. Υγρός και κολλώδες….μια ουσία που δύσκολα αναπνέεται. Το δεύτερο που πρέπει να συνηθίσεις και που είναι αυτό που οι περισσότεροι δεν μπορούν να χωνέψουν, είναι η διαφορά θερμοκρασίας. Ενώ μπαίνοντας σε χτυπά κατευθείαν ένα κύμα δροσιάς, κάτι για το οποίο ευθύνεται κυρίως η έλλειψη ηλιακών ακτινών, από τα πρώτα μέτρα κατάβασης νιώθεις τον ιδρώτα να κυλά στο πρόσωπο σου από μια πρωτόγνωρη ζέστη. Λες και πλησιάζεις το κέντρο της γης. Λίγο πιο κάτω κρύο, ακόμα και πάγος και μετά πάλι ζέστη. Γνώριμα θέματα για κάποιους με ιστορικό τεσσάρων καταβάσεων. Με σίγουρες και αργές κινήσεις πέρασαν το άνοιγμα-στόμα και συναντήσαν τον προθάλαμο της σπηλιάς. Ήξερε ότι σε λίγα δευτερόλεπτα θα συνήθιζε τον αέρα και τη θερμοκρασία. Αυτό που δεν θα κατάφερνε να συνηθίσει ποτέ είναι το σκοτάδι. Ταυτόχρονα άναψαν τις μικρές λάμπες στα κράνη τους στέλνοντας δυο ακτίνες φωτός, προσφορά στο υπερφυσικό σκότος. Ο Κωστής, φανερά ενθουσιασμένος, προχώραγε πάνω κάτω το πλάτωμα του προθαλάμου για να βρει σημεία κατάβασης. Τον έβλεπε που οι κινήσεις του γινόντουσαν όλο και πιο γρήγορες, γεμάτες ανυπομονησία.

<<Πρόσεχε λίγο, γλιστράει εδώ μέσα>>.

<<Ψάχνω με ποιο τρόπο θα κατέβουμε πιο εύκολα αγαπητέ μου>> του αντιγύρισε ο εδώ και δέκα χρόνια καλύτερος του φίλος. <<Και η αλήθεια είναι ότι βλέπω μόνο δύο τρόπους>>. Τους έβλεπε κι αυτός. Το πλάτωμα που στεκόντουσαν ήταν το πολύ πέντε έξι τετραγωνικά μέτρα και με δυόμιση μέτρα ύψος. Ένα γκρεμός περίπου τριών μέτρων βρισκόταν μπροστά τους και ένα στενό, κατηφορικό λαγούμι στα αριστερά τους. Από κάπου άκουγε νερό να πέφτει κάτι καθόλου ασυνήθιστο. Μπορεί να ήταν κάποια λιμνούλα η ένα μικρό υπόγειο ποταμάκι. Όμορφο θέαμα που όμως προμήνυε πολύ γλιστερά βράχια.

<<Πιο κάτω τι βλέπεις;>> ρώτησε τον φίλο του που στεκόταν κοντά στην άκρη.

<<Ξεκινάει ένα μεγαλύτερο πλάτωμα με πολύ πιο κοντή οροφή. Και το λαγούμι μάλλον εκεί καταλήγει. Προτείνω να κατέβουμε με σχοινί>> είπε και έβγαλε με μιας το σφυρί του και ένα μεγάλο καρφί που θα στήριζε τον καταβατήρα. Παράλληλα με το κοπάνημα στο βράχο άρχισε να σφυρίζει και ένα γνωστό τους τραγούδι, το fear of the dark…..τι ταιριαστό….

<<Ρε ‘συ νομίζω πως θα ήταν καλύτερη ιδέα το λαγούμι για την ώρα>>. Σταμάτησε και τον κοίταξε. Η ηχώ συνέχισε για λίγο το τραγούδι του σαν κάποιος να συμφωνούσε ότι είναι καλό να φοβάσαι το σκοτάδι που και που.

<<Αν θες εσύ τράβα από το λαγούμι. Εγώ θα κατεβώ σαν γνήσιος σπηλαιολόγος>> είπε και συνέχισε το στερέωμα του καρφιού.

<<Κάνε ότι θες αλλά μη με φωνάξεις να σε βοηθήσω όταν φας τα μούτρα σου ηλίθιε>>. Δεν περίμενε να του απαντήσει. Γύρισε και κατευθύνθηκε αριστερά.

Είχε ξαναπεράσει από λαγούμι. Συνήθως άρχιζαν σαν μεγάλες τρύπες και κατέληγαν σε μακριούς σωλήνες που τους διασχίζεις μόνο έρπην. Πιο ασφαλές τρόπος κατάβασης, αν υπήρχε ανάμεσα στα επίπεδα μιας σπηλιάς, με μόνο πρόβλημα ότι αν στένευε πολύ σφηνωνόσουν στα βράχια και έπρεπε να γυρίσεις πίσω με τον ίδιο τρόπο που μπήκες, αλλά με την όπισθεν! Ο φακός του μπορούσε να δει μόνο τα τέσσερα πέντε πρώτα μέτρα της τρύπας και αν και στένευε γρήγορα φαινόταν αρκετά φαρδιά για να τη διασχίσει σχετικά εύκολα. Οι σφυριές ακουγόντουσαν ακόμα, το ίδιο και η μουσική σε ένα αποπροσανατολιστικό θόρυβο. Ένιωσε να παίρνει μέρος σε έναν αγώνα ταχύτητας. Ποιος θα έφτανε πιο γρήγορα κάτω; Σφυριά, λύγισε τα γόνατα του και ψηλάφισε το βράχο να βρει σίγουρα κρατήματα. Σφυριά, ένιωσε το τζιν του να τρίβεται πάνω στην υγρή επιφάνεια, να μουσκεύει σε κάθε του κίνηση. Τα χτυπήματα σταμάτησαν. Ο Κώστας θα στερέωνε τον καταβατήρα και θα έδενε πάνω του το σχοινί. Λίγα μέτρα ήδη μέσα στο λαγούμι και έβλεπε ότι μπροστά του η τρύπα στένευε περισσότερο. Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί. Ο φίλος του τώρα θα έδενε τα φρένα χειρός/στήθους. Ήξερε ότι θα τα πέρναγε στην εξάρτηση του και θα κατέβαινε σε ελάχιστο χρόνο. Το σώμα του πήρε φωτιά. Τα γόνατα και οι αγκώνες του δούλευαν γρήγορα. Λίγα μέτρα πιο κάτω αναγκάστηκε να πέσει έρπην για να περάσει.

<<Ελπίζω το λαγούμι να μην είναι πολύ στενό φίλε μου. Εγώ θα είμαι κάτω περίπου σε μισό λεπτό. Θα σου φτιάξω καφέ και θα σε περιμένω>> είπε ο Κωστής και συμπλήρωσε με ένα επιτηδευμένο γελάκι που ακούστηκε σαν να βγαίνει από δαίμονα στην αντανάκλαση της βραχώδης επιφάνειας. Αυτό ήταν αρκετό για να τον κάνει να κινηθεί ακόμα πιο γρήγορα. Μυτερές εξοχές έξυναν το κεφάλι και την πλάτη του αλλά δεν έδινε σημασία. Το σφύριγμα ξαναξεκίνησε σημάδι πως όλα πάνε κατ’ευχήν στην αντίπερα όχθη. Δυο μέτρα μπροστά του το λαγούμι τελείωνε και κατέληγε στο κάτω πλάτωμα πολύ κοντά στην άκρη του. Λίγο ακόμα. Άκουσε το σχοινί που τέντωσε κάτω από το βάρος του Κωστή. Λίγο ακόμα. Τα βράχια τον πίεζαν τώρα σε κάθε του κίνηση. Λίγο ακόμα…. μέχρι που ένας δυνατός ήχος τον έκανε να σταθεί ακίνητος.

Ένας βράχος ξεκόλλησε. Και μετά από ένα δευτερόλεπτο ένας δυνατός γδούπος με τη συνοδεία ενός ουρλιαχτού. Μια σειρά από ήχους που η ηχώ αναπαρήγαγε ξανά και ξανά σαν προειδοποίηση να μην αφήσει την ανάσα του. Και μετά η φωνή του φίλου του να δημιουργεί καινούργιους ήχους που ανακατεύονταν με τους παλιούς. Άλλο ένα ουρλιαχτό, ένα βογκητό, ξανά το ουρλιαχτό, ένας γδούπος, μια πέτρα που σπάει….το ουρλιαχτό του φίλου του.

<<Κώστα; Κώστα; Τι έγινε; Μίλα μου ρε τι έγινε;>> βάλθηκε να ουρλιάζει κι αυτός.

<<Αααχ, αααχ, έσπασε ο γαμοβράχος ρε μαλάκα. Ααααααα το πόδι μου ρε….νομίζω πως το έσπασα. Με πονάει τρομερά. Κάνε κάτι…αααααα>>. Με μιας όλες οι φωνές του επιτέθηκαν ταυτόχρονα και τον έσπρωξαν με απίστευτη ταχύτητα προς την άκρη της τρύπας. Και εκεί ένιωσε να σφηνώνει. Όχι δεν μπορεί, όχι τώρα. Ένιωσε το κορμί του να καλύπτεται κάθε εκατοστό από τον συμπαγή βράχο τριγύρω του. Ένιωσε να μη μπορεί να κινηθεί.

<<Πρέπει να βγω, πρέπει…να βγω>> τα λόγια του ακουστήκαν ψυθιριστά δίπλα στα ουρλιαχτά που λυμαίνονταν τον αέρα. Άρχισε να χτυπιέται πάνω στον βράχο. Να κοπανάει με δύναμη και να ανοίγει πληγές στο κορμί του. <<Πρέπει να βγω>>. Σύρθηκε λίγο πιο κάτω. Ένα μεγάλο εξόγκωμα τον χτύπησε στο κεφάλι αλλά αυτό δεν τον ηρέμησε καθόλου. Το κορμί του έτρεμε. Το τίναζε προς κάθε δυνατή κατεύθυνση με λύσσα. Δεν κατάλαβε πως ακριβώς υποχώρησε το πάτωμα από κάτω του κάνοντας τον να κατρακυλήσει στη άκρη του δεύτερου πλατώματος ούτε πως με μια τέτοια ταχύτητα κατάφερε να συγκρατηθεί από την άκρη του. Η πτώση κράτησε ελάχιστα. Κάτι μεταξύ ενός ουρλιαχτού και ενός γδούπου. Και ύστερα όλα έσβησαν.

Άνοιξε τα μάτια του με κόπο. Ένιωθε να τον πονάει όλο του το κορμί. Το κεφάλι του, του έριχνε αλλεπάλληλες σφυριές όμοιες με εκείνες που έριχνε ο Κωστής, λίγη ώρα πριν, στον βράχο. Ο Κωστής!

<<Κώστα; Κώστα είσαι καλά;>>. Δεν πήρε απάντηση. Ο φακός του είχε σπάσει από την πτώση αλλά μπορούσε ακόμα να δει κάπως αχνά από τον φακό του φίλου του που βρισκόταν πέντε με έξι μέτρα από πάνω του. <<Κώστα; Ξύπνα … πρέπει να βγούμε από εδώ μέσα>>. Καμιά απάντηση και πάλι. Ένα άγχος τον κατέκλυσε σαν κύμα καθώς σηκωνόταν όρθιος. Δεν μπορούσε να δει που ακριβώς βρισκόταν η τι είχε τριγύρω του. Δεν μπορούσε να δει με πιο τρόπο θα έφτανε στον φίλο του, που ήλπιζε να είναι απλά λιπόθυμος, πόσο μάλλον με ποιο τρόπο θα έβγαιναν από εδώ μέσα. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά σαν τρελή στην όψη του πανικού που πλησίαζε γοργά. Ανακατευόταν και ήθελε να ξεσπάσει σε κλάματα. Ένα ρευστό κύμα κόλλησε στο λαρύγγι του. <<Θεέ μου είμαι τελειωμένος. Θα πεθάνουμε εδώ μέσα. Κώστα; Κώστααααα;>>. Με απότομες κινήσεις άρχισε να ψηλαφίζει τον βράχο μήπως βρει πάτημα να σκαρφαλώσει. Η υγρασία εκεί ήταν πιο έντονη και το μουδιασμένο, από τις πληγές, κορμί του άρχισε να τρέμει από το κρύο. Το κεφάλι του ήταν έτοιμο να σπάσει και η αίσθηση του εμετού γινόταν όλο και πιο άμεση. Προσπάθησε να σκαρφαλώσει σε μια μικρή εσοχή που βρήκε. Μάταια. Η εσοχή έσπασε κάτω από το βάρος του. Το κεφάλι του κουδούνιζε. Τα νύχια του πλέον έξυναν τον βράχο μπροστά του, σπάζοντας τα και ματώνοντας τα χέρια του. Από κάπου πίσω του άκουσε το σφύριγμα του γνωστού τραγουδιού.

Γύρισε απότομα και κόλλησε το σώμα του στην πέτρα.

<<Ποιος είναι εκεί; Κώστα; >>. Το σφύριγμα σταμάτησε. Δεν διέκρινε τίποτα. Γαμημένο αποπνικτικό σκοτάδι. Από κάπου μακριά άρχισε ένας αντίλαλος. Ένας βράχος που σπάει, ένας γδούπος, ένα ουρλιαχτό, ένα σφύριγμα για να φοβάσαι το σκοτάδι. Δεν καταλάβαινε πια ήταν η πηγή του. Φαινόταν να έρχεται από παντού. <<Θεέ μου. Πως είναι δυνατόν; Κώστα; Πες μου πως είσαι εσύ>>. Ξαφνικά η ηχώ σταμάτησε αφήνοντας μόνο τα τελευταία του λόγια να σβήνουν στον αέρα. Ένα σύρσιμο από δεξιά τον έκανε να γυρίσει απότομα. Τα ορθάνοιχτα μάτια του δεν βοηθούσαν ιδιαίτερα. Προσπάθησε να στρέψει όλες του τις αισθήσεις προς τη πηγή του ήχου. Ένιωθε σαν γάτα έτοιμη να χιμήξει σε ένα αόρατο εχθρό. Ένα σύρσιμο πίσω του παραλίγο να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του. Το στομάχι του έστελνε οξέα με πίεση στον οισοφάγο του. Τα πόδια του έτρεμαν ασυγκράτητα. Το κρύο του περόνιαζε τα κοκάλα. Άλλο ένα σύρσιμο από μπροστά του έκανε όποια αυτοσυγκράτηση είχε ως εκείνη τη στιγμή να σπάσει σε χίλια κομμάτια. Έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει στα τυφλά. Το σύρσιμο πίσω του δυνάμωσε μέχρι που έγινε σίγουρα βήματα που τον καταδίωκαν. Άρχισε να φωνάζει κάτι μεταξύ βοήθεια και άσε με ήσυχο και η καταραμένη ηχώ γέμισε για ακόμα μια φορά το χώρο. Κάπου χτύπησε αλλά δεν σταμάτησε την απεγνωσμένη φυγή του. Κάτι τον κυνηγούσε. Έπρεπε να βρει την έξοδο. Έπρεπε να πάει στον φίλο του. Έπρεπε να είχε δει το κενό μπροστά του…

Δείτε ακόμα...

1 Response

  1. Ο/Η rigas λέει:

    πολύ καλό…. αγωνιώδες, κλειστοφοβικό !!!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *