Απλά ένα διήγημα «Για μια μικρή καμηλοπάρδαλη»

Είχε ξυπνήσει κι άλλες φορές από φωνές. Ναι, οι πρωινές φωνές, καθώς και οι βραδινές και οι φωνές κάθε ώρας για να λέμε την αλήθεια, δεν έλειπαν από το σπίτι. Κι όμως αυτή τη φορά κάτι ήταν διαφορετικό. Έμεινε στο κρεβάτι με κλειστά τα μάτια, όπως συνήθιζε σε αυτές τις περιπτώσεις, μήπως και το κακό φύγει, μήπως και αυτή τη φορά είναι ένα όνειρο. Σφαλισμένα βλέφαρα, αργή αναπνοή, η ζεστή κουβέρτα σχεδόν να τον πνίγει, μια ωραία εικόνα από το αγαπημένο του παραμύθι, εκείνο με την θλιμμένη καμηλοπάρδαλη και ίσως οι φωνές που τόσο τον φόβιζαν να σταματούσαν για λίγο.  Κάποιες φορές το κόλπο έπιανε, αν και συνήθως όχι.

Σήμερα όμως ήταν διαφορετικά. Σήμερα οι φωνές δεν ήταν δύο, ήταν πολύ περισσότερες. Άσε που δεν είχαν τόση δύναμη. Δεν είχαν απόγνωση. Κάποιες ήταν σχεδόν σαν ψίθυροι.  Άλλες έκπληκτες, άλλες σοβαρές και μετρημένες, κάποιες με πάθος, κάπου στο βάθος ένας λυγμός… Κι όμως όλες είχαν κάτι κοινό. Κάτι που του ξέφευγε. Άνοιξε τα μάτια, πέταξε από πάνω του την παλιά φθαρμένη και λίγο κοντή κουβέρτα του, έδωσε ένα φιλί και μια καλημέρα στην πορτοκαλί καμηλοπάρδαλη που στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι του και αποφάσισε να ακολουθήσει τις φωνές.

Άνοιξε προσεκτικά την πόρτα που οδηγούσε στο σαλόνι. Είχε μάθει εδώ και καιρό να προσέχει τα ιπτάμενα αντικείμενα που συνήθως ακολουθούσαν τις φωνές. Τα μάτια του γούρλωσαν στη θέα τουλάχιστον δεκαπέντε ανθρώπων στριμωγμένων στο μικρό τους σαλόνι. Μα τι συμβαίνει; Ίσως ο πατέρας του να είχε φέρει σήμερα τους φίλους του μαζί μετά τον πρωινό του περίπατο. Τους φίλους του τους μπεκρήδες όπως έλεγε η μητέρα του. «Επιτέλους φίλοι στο σπίτι! Μακάρι αυτοί να μην είχαν την ίδια ξινή μυρωδιά στα χείλη τους». Αυτή που είχε εκείνος κάθε πρωινό. Μα γιατί στέκονται όλοι όρθιοι;  Όχι ότι είχαν και τόσες πολλές καρέκλες αλλά κάποιοι θα μπορούσαν να καθίσουν. Μα πού πήγαν οι καρέκλες τους; Και ο καναπές; Ένα ζευγάρι χάζευε τη μικρή τους τηλεόραση και ένας κύριος ζύγιζε με τα χέρια του τη σκαλιστή σιφονιέρα της γιαγιάς.  Ποιός είναι αυτός στην πόρτα με τα χαρτιά στα χέρια και το ψεύτικο χαμόγελο που μιλάει λες και μένει εδώ χρόνια; «Εδώ είναι το σπίτι μου. Το σπίτι της μαμάς και του μπαμπά μου. Ακούς;». Ήταν η μητέρα του αυτή που καθόταν στο σκαμπό χωμένη στο μικρό κουζινάκι; Πόσο καιρό κοιμόταν και την άφησε να γεράσει τόσο πολύ; «Συγνώμη μαμά. Δεν θα ξανακοιμηθώ τόσο πολύ». Έτρεξε προς το μέρος της αφήνοντας ιδρωμένα ίχνη στο γυμνό πάτωμα.  Δεν ήταν ένα χαλί εδώ; Έτρεχε σε εκείνη, προς την πηγή του μοναδικού λυγμού. Το ζευγάρι έφευγε με τον άντρα να κρατά στην αγκαλιά του τη μοναδική τους τηλεόραση…

Χώθηκε στην αγκαλιά της με άγρια βιασύνη. Αυτή η γερασμένη γυναίκα που έμοιαζε στη μητέρα του έδειχνε το μοναδικό σταθερό σημείο αυτής της περίεργης μέρας. Την αγκάλιασε σφιχτά ενώ εκείνη έμεινε για λίγο σαστισμένη σαν να μην ήξερε τι να κάνει. «Αγκάλιασε με σε παρακαλώ, δεν θα ξανακοιμηθώ». Σαν να τον άκουσε τον έσφιξε με όλη της τη δύναμη απειλώντας να τον πνίξει. Με τα αδύναμα χέρια της. Με τα δάκρυα που κύλαγαν από τα μάτια της στο κεφάλι του. Και εκείνος με ένα ξέσπασμα ανταποκρίθηκε στο υγρό της βάσανο μέχρι που τα μάτια του στεγνώσαν. Μέχρι που του έμεινε μόνο η ντροπή. Ντροπή που παρακοιμήθηκε. Ικανή να ενωθεί με αυτή που ένιωθαν οι παρευρισκόμενοι. Ένας μολυσμένος αέρας, γκριζαρισμένος από τα χημικά και τα βάσανα, γέμιζε κάθε κενό χώρο του σπιτιού. Γέμιζε ρουθούνια και καρδιές. Ντροπή που βρίσκομαι εδώ. Ντροπή που έφτασα σε αυτό το σημείο. Ντροπή που νιώθω ντροπή. Και αυτό ήταν το χειρότερο. «Δεν είστε φίλοι. Δεν είστε καν άνθρωποι και ας μπορείτε να καλύψετε τη ντροπή σας με συνήθεις βρυχηθμούς». Η σιφονιέρα είχε φύγει. Το ίδιο και το τραπεζάκι του σαλονιού.

Άνθρωποι είχαν μπει πλέον στο δωμάτιο του. Ακουμπούσαν στο κρεβάτι του. «Όχι…» Σήκωναν σαν άψυχα τα παιχνίδια που τον συντρόφευαν σε κάθε του ταξίδι. «Όχι σας παρακαλώ…» Κινήθηκε απότομα προς το μέρος τους.  «Όχι την πορτοκαλί μου καμηλοπάρδαλη…».-

Δείτε ακόμα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *