Απλά ένα διήγημα «Ένα περίεργο παιχνίδι»

Το γκρίζο βάρος στο λαιμό του απειλούσε να τον πνίξει. Ένιωθε τηv κολλώδη ουσία να φράζει τον οισοφάγο, τα ρουθούνια και να βρίσκει δρόμο να ξεχυθεί από τα μάτια του. Τι θα έκανε ο ατρόμητος Αχιλλέας αν ήταν στη θέση του; Θα στεκόταν άραγε τεράστιος μέσα στη χρυσή του πανοπλία ή μήπως ο συνονόματος θα πνιγόταν από το ίδιο κακό; Φαντάζει εύκολο να υψώνεις το σπαθί και τη θεϊκή σου δύναμη για να προστατέψεις έναν φίλο. Κάποιες φορές όμως δεν φτάνει ούτε το σπαθί ούτε και η ασπίδα. Ο δικός του Πάτροκλος πάντως δεν θα δεχόταν τέτοια νέα με καμία χαρά.

Τελικά είχε δίκιο. Αυτό ήταν ένα πολύ περίεργο παιχνίδι. Και δεν του άρεσε καθόλου ο ρόλος του. Ο υπεύθυνος του τμήματος πωλήσεων, στην εταιρεία που δούλευε, είχε πάρει σύνταξη λίγο καιρό πριν και του έλαχε εκείνου να γενεί ο επόμενος λοχαγός στο τάγμα. Σημαντική προαγωγή του είπαν, αναρρίχηση στην κοινωνία…Μα εκείνος ήθελε απλά να παίζει στο μυρωμένο χώμα. Και σαν να μην έφτανε το μαστίγιο που του βάλανε στο χέρι, ο διευθυντής της εταιρείας του ζήτησε να απολύσει έναν από τους υφισταμένους του. Υφιστάμενος και προϊστάμενος, ακόμα τις μπερδεύει αυτές τις λέξεις! Άλλωστε ακόμα και οι αρχηγοί κάπου κάπου πρέπει να αλλάζουν. Και οι τέσσερις υφιστάμενοί του όμως, άκου λέξη, ήταν φίλοι του. Η Ελενίτσα με τα τρία της παιδιά, ο Μενέλαος με το ένα και ο Οδυσσέας με παιδιά, σκυλιά και μια χελώνα κάπου ξεχασμένη, φερμένη κατευθείαν από την Ιθάκη. Και βεβαίως ο Πάτροκλος, ο καλύτερος του φίλος. Εκείνος δεν ήθελε ούτε παιδιά ούτε σκυλιά. Και οι χελώνες ήταν μαγικά πλάσματα που προτιμούσαν να ζούνε στο πάρκο.

Κάτι είπαν για ηθική υποχρέωση. Ένας από τους τέσσερις δεν είχε κανένα στόμα να θρέψει. Ένας από τους τέσσερις ήταν μόνος του. Αυτός ο ένας όμως ήταν ο κολλητός του. Και αυτός, ο Αχιλλέας, ο υπασπιστής του κουαρτέτου, έπρεπε να πάρει την ηθική απόφαση να διώξει από την παρέα έναν από τους φίλους του. Γιατί αυτό το παιχνίδι έτσι λειτουργεί. Γιατί έτσι ήθελε ο διευθυντής. Και γιατί η κοινωνία συχνά ζητάει σκληρές αποφάσεις, μονόδρομες. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε να διώξει κανέναν. Και μόνο η σκέψη να πάρει μια τέτοια απόφαση μεγάλωνε και άλλο τον κόμπο στο λαιμό του. Θα προτιμούσε να θυσιάσει τη γυμνή του φτέρνα πάρα κάποιον από την ομάδα του. Πόσο μάλλον τον πιστό του σύντροφο. Όχι δεν του άρεσε καθόλου να είναι προϊστάμενος. Συν ότι ζαλίστηκε όταν λίγη ώρα πριν του εξηγούσαν ότι οι μισθοί είναι μεγάλοι, πολλά άτομα εν καιρώ κρίσης, άσε που η ασφάλιση μας έχει τσακίσει…Καταλαβαίνεις. Η μείωση προσωπικού ήταν αναγκαία για την επιβίωση της εταιρείας. Λέξεις χωρίς νόημα. Για τους διευθυντάδες αυτού του κόσμου ήταν ένα μάθημα ζωής, για αυτόν μια Τροία με παγερή αδιαφορία για αυτούς που τσακίζονταν στα τείχη της. Απλά δεν ήθελαν να κάνουν κάτι για αυτό. Ίσως όμως η δικιά του ηρωική ομάδα να μπορούσε.

#

Η παρέα θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί και οικογένεια. Τέσσερα ζευγάρια, φίλοι οι περισσότεροι από πολύ μικροί. Και τώρα μεγάλοι άνθρωποι με τις δουλειές τους, τα παιδιά τους, τις υποχρεώσεις τους και απ’όλα. Και αυτή ήταν άλλη μια κλασσική τους κυριακάτικη σύναξη. Ξέρετε, πολύ φαγητό, συζητήσεις για την πολιτική, για τα καινούργια δρώμενα στο γραφείο, τα παιδιά να παίζουν στην αυλή και η γιαγιά τυλιγμένη στο μαύρο σάλι της να μονολογεί κάποια ακαταλαβίστικα σχόλια βυθισμένη στην πολυθρόνα της. Εκείνη, ήταν απομεινάρι μιας άλλης εποχής που μύριζε βρεγμένο ξύλο και φρεσκοκομμένη ρίγανη. Χωρίς ιντερνέτ και οικονομικούς δείκτες. Χωρίς κινητό τηλέφωνο. Μόνο με μια ξεθωριασμένη ανία κολλημένη στη ρυτιδιασμένη της σάρκα. Η τελευταία του είδους της, για τη συγκεκριμένη παρέα, σε αναμονή για το τελευταίο της ταξίδι.

Η παρέα σήμερα ήταν ιδιαίτερα περήφανη. Και όχι μόνο για τις εκπληκτικές πένες πέστο και το φιλέ μινιόν που καταναλώθηκαν λίγη ώρα πριν, αλλά και για την καταπληκτική τους ιδέα. Τελικά οι ρυθμοί της σύγχρονής κοινωνίας σε κάνουν πιο έξυπνο, πιο δημιουργικό. Βέβαια ίσως και λίγο πιο αδίστακτο αλλά με την καλή έννοια πάντα. Άλλωστε έπρεπε να γίνεις λίγο σκληρός για αντιμετωπίσεις αυτόν τον κόσμο. Για να επιβιώσεις και να ανελιχθείς. Αυτό ήταν το σημερινό μάθημα που δίνανε και ήταν πράγματι μια πολύ έξυπνη ιδέα.

Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν τα παιδιά, σημάδι ότι η απόφαση πάρθηκε, ότι η αναμονή τελείωσε, ότι είναι ώρα για ακόμα μια γύρα μυρωδάτο εσπρέσο λούγκο, σπιτική συνταγή. Πρώτος πήρε το λόγο ο Αχιλλέας απευθυνόμενος στον πατέρα του, στον διευθυντή αυτού του περίεργου παιχνιδιού. Ακόμα είχε ζωσμένο στη μέση του το σπαθί του, ξεχασμένο από το πρωινό παιχνίδι που έπαιζε με τους υπόλοιπους στον κήπο. Την αναπαράσταση του Τρωικού πολέμου, τις ηρωικές μάχες με τους ματωμένους δεσμούς φιλίας. Μέχρι που οι μεγάλοι, με αρχηγό τον πατέρα του, αποφάσισαν να τους βάλουν να παίξουν ένα καινούργιο παιχνίδι. Διδακτικό, το αποκάλεσαν. Κάτι που θα τους δώσει εφόδια για το μέλλον. Που θα τους έβαζε να σκεφτούν και να πάρουν αποφάσεις αντί να τρέχουν πλάι στα κελαρυστά ρυάκια της φαντασίας! Ο κόσμος είναι για αυτούς που ξέρουν να βάζουν προτεραιότητες. Όμως η ατρόμητη ομάδα του Ομήρου είχε άλλη άποψη.

<<Δεν θα απολυθεί κανένας κύριε διευθυντή>> ήταν τα πρώτα του λόγια. Οι υπόλοιποι μαζευτήκαν πιο κοντά στον ημίθεο αρχηγό τους.

<<Τι εννοείς; Η εταιρεία απαιτεί περικοπές και…>> τα λόγια του πατέρα έμειναν μετέωρα όπως και το φλιτζάνι του καφέ που είχε ακόμα κολλημένο στα χέρια του.

<<Εννοώ..>> με μια βαρύτητα που δεν ταίριαζε σε καμιά περίπτωση σε παιδί, <<…ότι αποφασίσαμε με τους υπόλοιπους ότι προτιμούμε να μοιραστούμε και οι πέντε μας τους τέσσερις μισθούς παρά να χάσουμε κάποιον από την ομάδα μας>>. Μάτια γουρλωμένα και μια στιγμή σιγής που έσπασε από το ανεπαίσθητο χαχανητό της γιαγιάς.

<<Δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό.>> Ποιός ήταν το παιδί και ποιός ο ενήλικας;

<<Γιατί όχι; Εσύ είπες ότι οι μισθοί είναι υψηλοί, άρα φτάνουν για όλους μας. Γιατί πρέπει κάποιος να φύγει;>> Που κρυφτήκαν τα επιχειρήματα της κοινωνίας; Λίγα λεπτά σιωπής με τους μεγάλους αμήχανους να ανταλλάζουν νευρικές ματιές και τους μικρούς τυλιγμένους σε μια βαθυκόκκινη αθώα φωτιά.

<<Και τώρα θα θέλαμε να τελειώσει αυτό το παιχνίδι. Δεν είναι ωραίο αυτό το παιχνίδι>>. Περικεφαλαίες φορεθήκανε, ασπίδες περαστήκαν στα χέρια και η ωραία Ελένη ήδη έκανε τα γλυκά μάτια στους πρίγκιπες της την ώρα που έτρεχαν προς τον ηλιόλουστο κήπο. Και με τα γέλια και τους μυθικούς διαξιφισμούς, ενώθηκε στον αέρα ένα τραγουδάκι. Το τελευταίο της γιαγιάς. Για αυτό που χάσαμε και που ίσως να έκανε τον κόσμο μας καλύτερο.-

 

 

 

Δείτε ακόμα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *