Πλατεία Ασωμάτων

Φώναζε.
Ούρλιαζε.
Να μην έχετε όνειρα έλεγε.
Έμοιαζε γνωστικός μα ήτανε μόνος κι από την πολύ μοναξιά γίνηκε τρελός, με μια τρέλα που χωρούσε μόνο στο κεφάλι του κι αυτό θαρρείς να κουβαλούσε μύριες σκέψεις σκορπισμένες, το έγερνε πάντα δεξιά σαν βάρος.
Κατηφόριζε κάθε πρωί την Ερμού ως το τέλος της μονολογώντας, κουνώντας τον δεικτικό σαν απειλή.
Ίδια διαδρομή και για εκείνον, τραίνο και θόρυβος σε μια πόλη που κοιμόταν.
Πλατεία ασωμάτων κι εκείνος φώναζε στα ασώματα πλάσματα που κατοικούσαν έλεγε άστεγα στα παγκάκια και κάτω απ’ το σταθμό, εδώ έλεγε πεθαίνουν και ανασταίνονται οι τρελοί, οι ασώματοι, αυτοί που μόνο ψυχή έχουν.
Ψυχή τρελή και αδάμαστη.
Κοίταξε τον εκεί στη γωνιά του, έμαθε χωρίς σώμα, χωρίς ανάγκες με άστεγες ελπίδες λεπίδες και τα φώτα από τα αμάξια να τον αποκοιμίζουν.
Ένας ασώματος άνθρωπος.
Μόνο ψυχή είχε, αδάμαστη.
Τρελάθηκε είπαν, μα όχι.
Εκμηδένισε τις ανάγκες του και θα αναστηθεί σε νέο σώμα που θα χωρέσει την ψυχή του.
Καληνύχτα κόσμε, αύριο μια καινούργια μέρα.

Δείτε ακόμα...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *