Ιντερνετική αγάπη;

Την γνώρισε μέσα από ένα σάιτ γνωριμιών. Λίγο η πεσμένη αυτοπεποίθηση του, λίγο τα νέα οικονομικά δεδομένα τα οποία δεν επέτρεπαν και πολλές εξόδους, τον έκαναν για ένα διάστημα να μην δαιμονοποιεί και τόσο αυτού του είδους τις συναναστροφές. Βρήκε τρόπο να κάνει πέρα για λίγο την ενοχή του και τους ενδοιασμούς του («Δεν είναι και τόσο κακό σε τελική ανάλυση να γνωρίζεις νέους ανθρώπους, έστω κι έτσι»).

Δεν είχε απαίτηση να βρει κάτι το εντυπωσιακό όσον αφορά την εικόνα, την εμφάνιση. Εντάξει σκέφτηκε, όχι και κάποια που να μην του αρέσει καθόλου, ο καθένας έχει τα γούστα του για όλα τα πράγματα, έτσι και για τους ανθρώπους. Η ρόδα του ποντικιού στον υπολογιστή του δούλευε τρελά. Πάνω-κάτω εξερεύνησε την λίστα από ψευδώνυμα χρηστών. Μονολόγησε γύρω στις 25 φορές για την κατάντια του («Ορίστε ολόκληρο γομάρι που κατάντησα, γελάνε και τα τσιμέντα»), έβαλε και μια φωτογραφία στο προφίλ του («Σαν ροφός είσαι ρε π@ύστη, που πας έτσι») και συνέχισε την αναζήτηση. Του ήρθε και το πρώτο μήνυμα! «Τι έγινε ρε παιδιά;;» Έλαμψε το πρόσωπο του. Panagiotis_dynatos ο αποστολέας, μετριάστηκε η χαρά του. Άνοιγμα μηνύματος…»Θες να γίνω ο γατούλης σου;»…Ψυχρολουσία, σοκ και δέος…»Ορίστε δες τα χάλια σου» μονολόγησε για 26η φορά. «Ρε μήπως πουστοδείχνω, γιατί μου μίλησε αυτός;;; μήπως να βάλω άλλη φωτογραφία;», συνέχισε.

Συνέχισε την αναζήτηση μουρμουρίζοντας ώσπου σήκωσε το χέρι από το ποντίκι. Στάθηκε το βλέμμα του σε ένα όνομα. Ελπινίκη30. Του άρεσε. Δεν γνώριζε καμιά Ελπινίκη ποτέ. Κατασκόπευσε με ένοχη απόλαυση το προφίλ της, είδε και την φωτογραφία της και ένιωσε τίγρης. Μελαχρινή, ίσιο μαλλί, σαρκώδη χείλη, μεγάλα μάτια. Όχι και κούκλα αλλά πολύ γλυκειά. Την λένε και Ελπινίκη και δεν γνώριζε ποτέ καμιά Ελπινίκη. Αυτό ήταν, προκρίθηκε. Αναρωτήθηκε τι να της στείλει. Αποφάσισε να μην σκεφτεί καμιά ατάκα, ήθελε να κρατήσει την αξιοπρέπεια του. Οι ατάκες δεν ήταν ποτέ το φόρτε του και θα μπορούσαν να έχουν ολέθριο αποτέλεσμα. Έπλεξε τα δάχτυλα του (εφτά κρακ ακούστηκαν) με πομπώδες ύφος λες και ετοιμαζόταν να πληκτρολογήσει για πρώτη φορά στην ιστορία την εισαγωγή της Ιωάννας της Λωρραίνης…

Έγραψε τελικά ένα ξερό γεια, είπαμε πάνω από όλα σοβαρότητα. Απάντηση δεν πήρε…Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να βάλει χαμογελάκι. Σκατά τα έκανε πάλι, σκέφτηκε. Γεια λέει όλος ο κόσμος σιγά το πρωτότυπο και ετοιμάστηκε να κλείσει την καριέρα του ως ιντερνετικός ερωτύλος, ώσπου πήρε τελικά απάντηση…»Γεια σου και εσένα…» Μίλησαν αρκετά, του φάνηκε καλλιεργημένη και σοβαρή. Είχαν πολλά κοινά, έμαθε ότι είναι και μόνη, αντάλλαξαν κοπλιμέντα και φούσκωσε σαν σακί. Ανανέωσαν το «ραντεβού» τους για την επομένη, «καλώς εχόντων των πραγμάτων». Η δεύτερη φορά έφερε την τρίτη, η τρίτη την τέταρτη και η τέταρτη τον ένα μήνα. Σκέφτηκε μήπως ήταν καιρός να γνωριστούν και από κοντά. Του άρεσε, του ήταν πολυ ενδιαφέρουσα και σε τελική ανάλυση για αυτό ξεκίνησε εξαρχής, να γνωρίσει πραγματικά έναν άνθρωπο. Την πρόταση την έκανε πολύ πιο εύκολα από ότι το φανταζόταν και εκείνη δέχτηκε χωρίς καθυστέρηση. Έδωσαν ραντεβού για το Σάββατο, στην πλατεία στο Μοναστηράκι. Αυτό του ήρθε πρώτο πρώτο στο μυαλό. Είχε πολύ κόσμο και πολλές γωνίες να κρυφτείς. Καλού κακού θα πήγαινε νωρίτερα, θα την έπαιρνε τηλέφωνο όταν θα έφτανε, κρυμμένος. Θα είχε το πάνω χέρι. Κι αν ήταν ψεύτικη η φωτογραφία; Aν δεν του άρεσε καθόλου;; Δεν μπορούσε να το ρισκάρει.

Ούτε κι εκείνη όμως, γι αυτό και είχε έρθει νωρίτερα από ότι εκείνος. Ρουά ματ. Γκολ και ξύλο. «Που είσαι, έφτασες;» την ρώτησε στο τηλέφωνο. «Πίσω σου, σε βλέπω έρχομαι», του απάντησε με νάζι. Ξεροκατάπιε και συνειδητοποίησε την αξία της προσευχής μετανιώνοντας που δεν την έκανε συχνότερα στην ζωή του. Γύρισε και την είδε να πλησιάζει. Πάγωσε. Ναι μεν η φωτογραφία ήταν δική της τελικά αλλά μάλλον είχε υποστεί επεξεργασία με τα καλύτερα προγράμματα για αυτήν την δουλειά, αυτά που τα πετυχαίνεις στο ίντερνετ στα 999,99 δολλάρια, σε προσφορά. Ή αυτό ή ίσως από τότε που έβγαλε την φωτογραφία η Ελπινίκη της άνοιξε η όρεξη διότι 20-25 κιλάκια παραπάνω τα είχε. Χαιρετηθήκαν μάλλον αμήχανα, όπως ήταν και το πιο λογικό και ξεκίνησαν απλά να περπατάνε χωρίς να πουν που θα πάνε. Είπανε κλασσικές κλισέ κουβέντες ώστε να σπάσει ο πάγος, περι καιρού, πως έφτασε εκεί, αν πήρε λεωφορείο ή Μετρό και προσπάθησε να μην βγάλει προς τα έξω την έκπληξη του, ίσως και λίγο θυμό. Θεώρησε οτι εξαπατήθηκε. Σιγά είχε βγει πολλές φορές με κοπέλες υπέρβαρες και αυτός δεν ήταν και ο Μπραντ Πητ. Δεν ήθελε να χαλάσει την βραδιά, το διακωμώδησε και λίγο μέσα του (¨Τουλάχιστον θα περνάτε καλά όταν πηγαίνετε για φαγητό, το τρώει το φαί της»). Ήταν σίγουρος ότι θα έσμιγαν τελικά παρόλο που τον εξαπάτησε. Σε τελική ανάλυση δεν ήταν και τέρας, είχε μια δροσιά πάνω της και έβγαζε κάτι όμορφο από μέσα της. Γι αυτόν ήταν ήδη ζευγάρι εκείνη την στιγμή. Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας όμως θα τον έβρισκαν να περπατάει 3 χιλιόμετρα στην Πεντέλη ψάχνοντας το λεωφορείο..

Αποφάσισαν να πάνε στου Ψυρρή για τσίπουρα, εννοείται πως η Ελπινίκη δεν είχε κανένα πρόβλημα…Έπιναν έτρωγαν συζητούσαν και γελούσαν. Γύρω στις 10 φορές του είπε πως δεν είναι πολύ ¨δυνατή» στο αλκοόλ, παρόλα αυτά όχι δεν του έλεγε όταν της γέμιζε το ποτήρι. Κάποιες στιγμές δεν την προλάβαινε και το έκανε και μόνη της. Τελικά όντως δεν το άντεχε και πολύ το ποτό αφού κάποια στιγμή με ταχύτητα κόμπρας ήρθε και κάθησε δίπλα του. Δεν ήταν απαραίτητα κακό αυτό («Ισως και να κανω σεξ απόψε», σκέφτηκε χαμογελώντας με το ύφος του νικητή), απλά η Ελπινίκη μάλλον είχε πάθει συγχυση αγνοώντας εντελώς ότι γύρω της υπήρχαν και καμιά πενηνταριά άνθρωποι ακόμη.

Του πρότεινε να πάνε στο σπίτι της. Δεν το περίμενε, δεν το είχε ξανακάνει κιόλας. Όχι ότι τον έπιασε κάποια κρίση ηθικής αλλά τα επεισόδια της 10ης εντολής τα είχε δει όλα. Είχε δει και εκείνο με τον κακομοίρη που τον νάρκωναν και μετά ερχόταν ένας άλλος τύπος στο δωμάτιο. Διάβαζε και εφημερίδα, είχε διαβάσει και για εκείνο το περιστατικό στην Πάτρα με έναν άλλο δύσμοιρο που όταν έκλεισε η πόρτα και κάθησε στον καναπέ, βγήκαν δύο Νιγηριανοί από το μέσα δωμάτιο. Αυτός δεν ήταν ναρκωμένος, ξύπνιος ήταν…

Η Ελπινίκη δεν λογάριαζε τον κόσμο στο μαγαζί, σιγά μην είχε πρόβλημα με τον ταξιτζή. Ο ταξιτζής τον ρωτούσε στην διαδρομή που να στρίβει, αυτός φυσικά δεν ήξερε, η άλλη είχε πάθει παράκρουση μη μπορώντας να κρατηθεί, ο ταξιτζής έριχνε απο τον καθρέφτη βλέμματα αποδοκιμασίας και το ταξί πήγαινε σαν τρελό μπρος πίσω από τα Μελίσσια στην Πεντέλη και αντίστροφα, μέχρι να καταλήξει επιτέλους η Ελπινίκη..Έφτασαν. Ήταν πολύ έξω από τα νερά του. Και λόγω της μανίας καταδίωξης (Νιγηριανοί κτλ) αλλά και διότι έμπαινε σε ένα σπίτι που δεν είχε ξαναδεί, για να κάνει κάτι πολυ συγκεκριμένο, με μια κοπέλα που πριν από λίγες ώρες είχε γνωρίσει και τελωσπάντων δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη πια για ερωτικές περιπτύξεις («Έχεις χάσει τον έλεγχο γομάρι¨, σκέφτηκε).

Μπήκαν στο διαμέρισμα, μεγάλο και όμορφα διακοσμημένο. Η Ελπινίκη συνέχισε το βιολί της αλλά εκείνος έπρεπε να παει στο μπάνιο. Λίγο τα τσίπουρα, λίγο το νερό που ήθελε να ρίξει στα μούτρα του για να συνέλθει λίγο…Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη σαν κονιόρδος και του ήρθε στο μυαλό η ατάκα που είπε ο Παναγιωτίδης στον Τσάκωνα, στα Φτηνά Τσιγάρα…»Είσαι αιμοβόρο τέρας»..Χαμογέλασε και βγήκε έξω από το μπάνιο. Σκοτάδι. Απόλυτο. Πίσσα. Μετά βίας θυμόταν από που ήρθε, προσπαθούσε να θυμηθεί τι εμπόδια υπήρχαν στην διαδρομή καθώς οι φόβοι του άρχισαν να επιβεβαιώνονται και το μόνο που απέμενε να δει ήταν αν θα ήταν ναρκωμένος ή ξύπνιος. Κόλλησε την πλάτη στον τοίχο («Τουλάχιστον δεν θα μου έρθει κανείς από πίσω») και στάθηκε ακίνητος για λίγη ώρα περιμένοντας μήπως προσαρμοστούν τα μάτια του κάπως καλύτερα στο σκοτάδι. Τίποτα…Μάυρη είναι η νύχτα στα βουνά…¨Ελπινίκη..;», είπε…Καμία απάντηση…»Ορίστε ηλίθιε, μου ήθελες και γκομενιλίκια απο το ίντερνετ, τώρα θα σε πηδήξουν και θα σε βρουν 3 χρόνια μετά στην σπηλιά του Νταβέλη», μουρμούρισε.. Ώσπου η Ελπινίκη επιτέλους απάντησε λίγο ξεψυχισμένα…»Έλα εδώ».

Το ¨εκεί¨ βέβαια δεν είχε καμία ιδέα που βρισκόταν αλλά προσπάθησε να ακολουθήσει την φωνή που τον καλούσε από το υπερπέραν. Στο διάβα του παρέσυρε έναν καλόγερο («Σιχτίρ βραδιάτικο»), σήκωσε το πανωφόρι που κρεμόταν πάνω του αφού το πάτησε, και το κρέμασε ξανά. Παραλίγο να ρίξει μια μικρή κορνίζα που κρεμόταν στον διάδρομο, ψηλαφίζοντας τον τοίχο για κάποιο διακόπτη. Άκουσε ξανά την Ελπινίκη να τον φωνάζει και με αποφασιστικότητα πια μπήκε επιτέλους στο δωμάτιο. Το κρεβάτι ήταν προφανέστατα μπροστά του. Ξεκίνησε να γδύνεται. Έκανε κουτσό στο ένα πόδι καθώς προσπαθούσε να βγάλει το παντελόνι του. Παραλίγο να σωριαστεί εντελώς και με χάρη χορευτή κατάφερε τελικά να μείνει όρθιος. Από το παντελόνι έφυγαν ψιλά. Μονόευρα, δίευρα, πενηντάλεπτα, όλα και το βράδυ άρχιζε να γίνεται πια γελοίο («Στο διάολο…»).  

Εντωμεταξύ όσο κρατούσε αυτός ο εφιάλτης η Ελπινίκη είχε παρκάρει, έκανε και παράπονο…»Μην αργείς, έλα».  Επιτέλους γδύθηκε, όρμησε προς το κρεβάτι με το στυλ του Ιαν Θορπ, χτύπησε στην άκρη του κρεβατιού το καλάμι του («Ου να σου γαμ@σω¨) και έσκασε εν τέλει σαν σακί με πατάτες δίπλα στην Ελπινίκη. «Πάρε με» του έλεγε η Ελπινίκη, «Χέσε με» απαντούσε αυτός από μεσα του. Τελικά έκαναν σεξ. Του άρεσε. Όταν δεν του τράβαγε τα μαλλιά. Και όταν δεν τον δάγκωνε σαν ερωτευμένος κροκόδειλος. Και όταν δεν ούρλιαζε ακατάληπτα. Και αφού του είπε (ευτυχώς μια φορά) πως είχε φτιάξει φασολάκια στην περίπτωση που πεινούσε.

Η Ελπινίκη σηκώθηκε για να πάει να κάνει ντους και εκείνος έμεινε να κοιτάει κολλημένος το ταβάνι σε κατάσταση σοκ. Η Ελπινίκη επέστρεψε και ξαπλωσε σχεδόν πάνω του. Τον ρώτησε 5-6 φορές τι είχε και εκείνος το μόνο που κατάφερε να πει ήταν πως ¨Ήταν λίγο περίεργο όλο το αποψινό». Του γύρισε την πλάτη και κοιμήθηκε. Ήθελε να την ξυπνήσει και να της ζητήσει διαζύγιο επι τόπου. Είχαν κλείσει 30 χρόνια γάμου. Κοιμήθηκε για λίγο και ξύπνησε λίγο πριν ξημερώσει. Ηθελε να φύγει γρήγορα. Ξύπνησε κι εκείνη. Μάλλον του κρατούσε μούτρα. Ντύθηκε και η Ελπινίκη τον πήγε μέχρι την πόρτα. Μάλλον με ανυπομονησία. Βγήκε στους δρόμους της Πεντέλης ψάχνοντας μια αναθεματισμένη στάση λεωφορείου. Άκουσε μια κουκουβάγια να φωνάζει κάπου κοντά του και τρόμαξε. («Αι στο διάολο κι εσύ»). ‘Ισως και να τον κορόιδευε («Δεν κοιτάς τα χάλια σου που μου ήθελες και γκόμενα»). Είδε και ένα γατί να περνάει τον δρόμο και θυμήθηκε τον Παναγιώτη τον Δυνατό, ο οποίος του πρότεινε να γίνει ο γατούλης του.. Περπάτησε σχεδόν τρία χιλιόμετρα, με κεφάλι βαρύ από τα τσίπουρα, άυπνος, δαρμένος, φρεσκοχωρισμένος, ίσως και έτοιμος να αρπάξει κρύωμα.

Δείτε ακόμα...

1 Response

  1. Ο/Η Freak λέει:

    Δεν υπάρχεις ! Αιμοβόρο τέρας! Αχχαχαχαχαχχαχαχαχαχαχα!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *