Δε φτάνω

Απλώνω τα χέρια, το κορμί μου, γίνομαι τόξο, μα δε φτάνω. Όχι, δε φτάνω. Μου κόβεται η ανάσα, ιδρώνω, αγκομαχώ, μα δε φτάνω. Δεν το βάζω κάτω, παλεύω με όλο μου το είναι, λέω θα περάσει, δε θα σου περάσει, δεν μπορείς να με νικήσεις, κανείς δε μπορεί, έχω μάθει να παλεύω, έχω μάθει να επιβιώνω, όχι δε θα με νικήσεις, κανείς δε μπορεί, μα καμία απ’όλες τις ανόητες μεγαλοστομίες μου δε φτάνει. Αλλάζω σκέψεις, μυαλό, μέχρι και δέρμα, ξεσπάω σε φωνές, γαμάω τον πόνο, μα δε φτάνω.

Δεν τον θέλω πια αυτόν τον πόνο τον αυθάδη, που στρογγυλοκάθεται στην ένεση όποτε γουστάρει και πίνει ποτά, καπνίζει τσιγάρα, ουρλιάζει, χαρακώνεται και χτυπιέται. Δεν τον θέλω ούτε στις σάρκες μου που έχουν ξεχάσει να ζουν. Τίποτε δε θέλω, μόνο να φτάσω, να νικήσω, να πετάξω ξανά, τίποτε δε θέλω, μόνο να φτάσω, να σε φτάσω.

Δε φτάνω.

Πάντα υπάρχει ένα τόσο δα ελάχιστο κομματάκι που μου θυμίζει πως δεν φτάνω.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *